Περιοδικό Ιστορία
McMafia – Έγκλημα χωρίς σύνορα
Η τολμηρή έρευνα του Γκλένι που κράτησε τρία χρόνια, φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά της παγκοσμιοποίησης
Ιστορία Εικονογραφημένη
Ηλεκτρονικό κατάστημα Πάπυρος Online

43 Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ

O θεσμός του ελληνικού Πατριαρχείου και οι ενδοεκκλησιαστικές έριδες
του ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

O θεσμός του ελληνικού Πατριαρχείου αποτελεί τον αρχαιότερο εν ενεργεία ορθόδοξο θεσμό σε οικουμενικό επίπεδο, του οποίου η αδιάκοπη λειτουργία υπερβαίνει τους 15 αιώνες, ενώ αναγνωρίζεται ως η επικεφαλής εκκλησία όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών ανά την οικουμένη. Ο ιστορικός του ρόλος καθώς και η ιστορική του αποστολή δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και από τους αλλόδοξους κατακτητές με τους οποίους το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξαναγκάστηκε να συμβιώσει επί σειρά αιώνων. Οι Οθωμανοί, μάλιστα, κατακτητές αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη τον τίτλο της «Κεφαλής του Έθνους» όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και όλων των υπόλοιπων Ορθόδοξων λαών στα Βαλκάνια στο πλαίσιο του ορθοδόξου Μιλέτ.
ΤΟ Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέχει εξέχουσα θέση και σε διεθνές επίπεδο, αφού βάσει του υφισταμένου διεθνούς δικαίου τού αναγνωρίζεται η ιδιότητα του διεθνούς εθιμικού θεσμού. Η μόνη πλην όμως μαζική και συνεχής αμφισβήτηση της υψηλής πνευματικής αποστολής του προέρχεται από το σύγχρονο τουρκικό λαϊκό κράτος, με αποτέλεσμα το Πατριαρχείο να συναντά έντονες δυσκολίες στην εκτέλεση.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελούσε τον κορυφαίο θρησκευτικό θεσμό στο σύνολο του τότε γνωστού ορθοδόξου κόσμου.     Ο οικουμενικός θεσμός καθιερώθηκε ως πρώτος τη τάξει έναντι των άλλων ορθόδοξων Εκκλησιών, σύμφωνα με ιερούς κανόνες που πηγάζουν από Οικουμενικές Συνόδους και ειδικότερα από τον Τρίτο Κανόνα της B΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 381 μ.Χ.
Η θέση του Πατριαρχείου ως Οικουμενικού ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με τον εκχριστιανισμό των Ρώσων και των Σλάβων, οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, αναγνώριζαν πάντοτε τα πρωτεία του και απέδιδαν προς αυτό τον οφειλόμενο σεβασμό. Κατά συνέπεια, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε καθιερωθεί στη συνείδηση όλων των Ορθοδόξων ως ο «πρώτος τη τάξει» ορθόδοξος θεσμός που «καλλιέργησε στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας την οικουμενική ιδέα». Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1453, σήμανε για το Οικουμενικό Πατριαρχείο μία νέα περίοδο ενίσχυσης του οικουμενικού του ρόλου. Οι Οθωμανοί κατακτητές δεν τόλμησαν να καταλύσουν τον οικουμενικό θεσμό, αλλά, προχωρώντας σε μια διπλωματική κίνηση, διατήρησαν τα προνόμια των Πατριαρχών, όπως ακριβώς αυτά είχαν κατοχυρωθεί και επί βυζαντινής περιόδου. Η Υψηλή Πύλη αναμείχθηκε, ωστόσο, έντονα στις περιπτώσεις εκλογής των Οικουμενικών Πατριαρχών, επιβάλλοντας, συχνά, πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης της ή, ακόμη, καθαιρώντας πρόσωπα που είχαν περιπέσει στη δυσμένειά της. Αρκετοί ήταν, εξάλλου, οι αρχιερείς που πλήρωσαν με τίμημα την ίδια τους τη ζωή ενέργειες χριστιανών υπηκόων που ως σκοπό είχαν τη δημιουργία εθνικών κρατών εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τις διάφορες μεταρρυθμίσεις των σουλτάνων τον 19ο αιώνα απονεμήθηκε στους χριστιανούς θρησκευτική ελευθερία και ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με τους μουσουλμάνους.
Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε αναλλοίωτο μέχρι την περίοδο του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε με μονομερή πράξη της η Τουρκία, που τελούσε υπό το καθεστώς των Νεοτούρκων, προχώρησε στην κατάργηση όλων των κατοχυρωμένων με σουλτανικά βεράτια πατριαρχικών προνομίων, με εξαίρεση βέβαια των θρησκευτικών. Η εξασθένιση και η αναμενόμενη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρέασαν, όπως ήταν φυσικό, και το καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, η οποία με το άρθρο129 έθεσε εκ νέου σε ισχύ όλα τα πατριαρχικά προνόμια της οθωμανικής περιόδου.
Η ήττα της Ελλάδας, όμως, στον Μικρασιατικό Πόλεμο επιδείνωσε εκ νέου τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου αφού, για πρώτη φορά, το τελευταίο εξαναγκάστηκε να υποστεί πλέον την οριστική εξάλειψη όλων των δικαστικών και διοικητικών του προνομίων. Η Συνθήκη των Σεβρών δεν έτυχε σεβασμού από το κεμαλικό απελευθερωτικό κίνημα, με αποτέλεσμα και το προαναφερθέν άρθρο 129 της Συνθήκης αυτής να μη τεθεί ποτέ σε ισχύ και κατά συνέπεια το Πατριαρχείο να μην επωφεληθεί ποτέ των προνομιακών διατάξεών του. Η Συνθήκη της Λωζάνης μετέβαλε τη σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο νέο πλαίσιο της τουρκικής δημοκρατίας, περιορίζοντάς τη σε αμιγώς θρησκευτική, χωρίς, ωστόσο, να επηρεάσει τη διεθνή του υπόσταση. Έτσι, το Πατριαρχείο συνεχίζει να παραμένει διεθνής θεσμός.
Η εγκαθίδρυση λαϊκού, κοσμικού κράτους στο νεοπαγές τουρκικό κράτος που πραγματοποιήθηκε με την κατάργηση του Χαλιφάτου το 1924, με την οποία η σύγχρονη Τουρκία απέκοπτε οριστικά τις σχέσεις της με το θεοκρατικό της παρελθόν, επέφερε τον διαχωρισμό του κράτους από τη θρησκεία για πρώτη φορά από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το γεγονός αυτό λειτούργησε περιοριστικά για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, καθώς και όλους τους υπόλοιπους θρησκευτικούς αρχηγούς, εγκλωβίζοντάς τους αποκλειστικά στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, ενώ οι αρχές που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λωζάνης ελάχιστα έγιναν σεβαστές από την τουρκική πλευρά.
Ήδη από τον Οκτώβριο του 1923 η τουρκική κυβέρνηση προώθησε την ίδρυση τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου με επικεφαλής τον παπα-Ευτύμ Καραχισαρίδη - Ερενερόλ. Ο ιερέας αυτός, που κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας υποστήριξε τα κεμαλικά στρατεύματα, διορίστηκε στη συνέχεια, κατόπιν τουρκικών πιέσεων, αποκρισάριος (πληρεξούσιος) του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Άγκυρα. Οι προσπάθειες του ιερέα αυτού να καταλάβει το κτήριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Κωνσταντινούπολη αποτέλεσαν ένα βαρύ πλήγμα κατά της ελληνικής ομογένειας, παραβιάζοντας κατάφωρα τα άρθρα 40 και 42 της Συνθήκης της Λωζάνης. Το επόμενο έτος ο εν λόγω ιερέας προχώρησε, με τη συνδρομή του τουρκικού όχλου, στην κατάληψη δύο ναών, της Παναγίας Καφατιανής και του Σωτήρος Χριστού, και πέτυχε να του παραχωρηθούν επίσημα από το τουρκικό κράτος.
Με διάταγμα των τουρκικών αρχών στη συνέχεια, βάσει του οποίου περιορίζονταν οι υποψήφιοι για το πατριαρχικό αξίωμα αποκλειστικά σε αρχιερείς τουρκικής υπηκοότητας που υπηρετούσαν ταυτόχρονα στην Τουρκία, υποβιβάστηκε ο οικουμενικός χαρακτήρας του Πατριαρχείου, αφού αυτό ερμηνεύθηκε ως ίδρυμα του εσωτερικού τουρκικού δικαίου, υπαγόμενο ως προς τη σύσταση και τη λειτουργία του στην τουρκική έννομη τάξη. Το ίδιο το κείμενο του διατάγματος, εξάλλου, απέφευγε να αποκαλέσει τον Πατριάρχη με τον κανονικό του τίτλο, χρησιμοποιώντας τον τίτλο «Αρχιπαππάς των Ρωμιών» (Rum Baspapazi), βεβηλώνοντας την ιερότητα του θεσμού της εκλογής και παραβιάζοντας ευθέως τα άρθρα 40, 42 και 43 (μέρος A΄, τμήμα Γ΄) της Συνθήκης της Λωζάνης. Το 1925, μάλιστα, η τουρκική αστυνομία συνέλαβε και απέλασε τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον Στ΄ γιατί, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν κατείχε τη διπλή ιδιότητα που όριζε το Διάταγμα της Νομαρχίας της Κωνσταντινουπόλεως αναφορικά με την εκλογή του. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε προσφυγή της Ελλάδας αρχικά στην Κοινωνία των Εθνών και στη συνέχεια στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Λίγο πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής επήλθε συμβιβασμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που οδήγησε σε απόσυρση της ελληνικής προσφυγής με ταυτόχρονη κανονική παραίτηση του Πατριάρχη Κωνσταντίνου του Στ΄, ενώ απ’ τη δική της πλευρά η Τουρκία αναγνώρισε ως «μη ανταλλάξιμους» όλους τους αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το 1926, με την εισαγωγή του αστικού κώδικα ελβετικών αντιλήψεων στην Τουρκία, η ελληνική ομογένεια εξαναγκάστηκε να δεχτεί, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης, τον πολιτικό γάμο, ενώ θα έπρεπε κανονικά να της αναγνωρίζεται ο θρησκευτικός. Ο περιορισμός του θρησκευτικού γάμου είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση διώξεων εναντίον Μητροπολιτών και της Εκκλησίας γενικότερα, γιατί οι τελευταίοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν το διαζύγιο. Η δικαίωση της Ελλάδας, μετά από προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα αφού η Τουρκία αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Άλλη σημαντική συνέπεια της εισαγωγής του αστικού κώδικα ήταν η αφαίρεση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της ιδιότητας του νομικού προσώπου, πράγμα που του αποστέρησε τη δυνατότητα διαχειριστικής εκπροσώπησης στις εκκλησιαστικές βακουφικές επιτροπές, οδηγώντας βαθμιαία στην εκμηδένιση και στην απώλεια των πατριαρχικών οικονομικών πόρων.
Τη δεκαετία του 1950 η αναζωπύρωση του κυπριακού προβλήματος επισώρευσε μεγάλα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, συμπαρασύροντας στη δίνη του και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού και άσκησης πίεσης στην ελληνική πλευρά, το τουρκικό κράτος, με αφορμή το Κυπριακό, απαίτησε επίμονα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη να επιτιμήσει τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και να προχωρήσει σε επίσημη καταγγελία της εθνικοαπελευθερωτικής προσπάθειας των Ελληνοκυπρίων. Το γεγονός ότι ο Πατριάρχης δεν ενέδωσε σε αυτές τις πιέσεις οδήγησε σε ένα μπαράζ εχθρικών ενεργειών τόσο κατά του Πατριαρχείου, όσο και γενικότερα κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης στα λεγόμενα «Σεπτεμβριανά» του 1955. Τα γεγονότα αυτά, που ξέσπασαν τη νύχτα της 5ης Σεπτεμβρίου και προκλήθηκαν από φανατισμένα πλήθη, περιελάμβαναν λεηλασίες, εμπρησμούς εκκλησιών, θανάτους, βιασμούς, βεβηλώσεις νεκροταφείων και την τρομοκράτηση της άλλοτε ανθούσας ελληνορθόδοξης μειονότητας, η οποία συρρικνώθηκε από 200.000 σε 70.000 άτομα, περίπου, αποδεκατίζοντας δραστικά το ορθόδοξο ποίμνιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ανάλογες πράξεις αντεκδίκησης κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλαβαν χώρα και κατά τη δεκαετία του 1960. Στις ενέργειες αυτές συγκαταλέγονταν απελάσεις ιερωμένων, περιορισμοί των δραστηριοτήτων του Πατριαρχείου, αποκλεισμοί του πατριαρχικού μεγάρου από φανατικούς μουσουλμάνους, απόπειρες εμπρησμών και άλλα. Το 1962 απορρίφθηκε αίτηση του Πατριάρχη για την ανοικοδόμηση του πατριαρχικού οικήματος, το οποίο είχε καταστραφεί από μεγάλη πυρκαγιά που είχε σημειωθεί πριν από 19 χρόνια. Το ίδιο έτος απαγορεύθηκε, με έγγραφη ανακοίνωση, η ενασχόληση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τα προβλήματα των ορθόδοξων κοινοτήτων των ελληνοφώνων, με αποτέλεσμα να απολέσει η μειονότητα κάθε πνευματική επαφή με το οικουμενικό κέντρο της Ορθοδοξίας. Δύο χρόνια αργότερα η Άγκυρα άρχισε, εξαιτίας του Κυπριακού, μαζικές απελάσεις εις βάρος των Ελλήνων, και, μεταξύ αυτών, δύο επιφανών Μητροπολιτών, του Σελευκείας Αιμιλιανού και του Φιλαδελφείας Ιακώβου, συρρικνώνοντας κατά τον τρόπο αυτόν ακόμα περισσότερο το ορθόδοξο ποίμνιο. Τα επόμενα χρόνια σταμάτησε η λειτουργία του πατριαρχικού τυπογραφείου και η κυκλοφορία των πατριαρχικών εκδόσεων «Απόστολος Ανδρέας» και «Ορθοδοξία», με την αιτιολογία ότι το Πατριαρχείο δεν έχει το δικαίωμα λειτουργίας τους αφού δεν αναγνωρίζεται από την τουρκική νομοθεσία ως νομικό πρόσωπο κ.ά.
Κατά τη δεκαετία του 1970 συνεχίστηκαν οι αυθαίρετες καταπατήσεις ναών, οι κατεδαφίσεις εκκλησιών «για λόγους ρυμοτομίας», οι μετατροπές ιερών ναών σε τεμένη καθώς και απόπειρα μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, η οποία, όμως, ματαιώθηκε λόγω διεθνών αντιδράσεων. Επιπλέον, η τουρκική κυβέρνηση προχώρησε στην οριστική διακοπή της λειτουργίας της Ανωτάτης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, για προφανώς «πολιτικούς λόγους», σχολή η οποία λειτουργούσε αδιαλείπτως από το 1844, δημιουργώντας έτσι ανυπέρβλητα εμπόδια στην εκπαίδευση και στη μόρφωση των αρχιερέων του οικουμενικού θρόνου.
Η δεκαετία του 1990 επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξαιτίας της ολοκληρωτικής, σχεδόν, εξαφάνισης του ορθόδοξου ποιμνίου, το οποίο περιορίστηκε στον ελάχιστο αριθμό των 3.000 περίπου ατόμων. Κορυφαία γεγονότα της περιόδου αυτής είναι ο αποκλεισμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου από μουσουλμάνους διαδηλωτές, τον Αύγουστο του 1991, οι πιέσεις για μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, τον Ιανουάριο του 1993 και τον Αύγουστο του1996, καθώς και οι προσπάθειες εμπρησμού του πατριαρχικού μεγάρου, τον Ιούλιο του 1993 και τον Οκτώβριο του1996.
Τη συνοχή του ορθόδοξου κόσμου έπληξαν ιδιαίτερα και οι διάφορες διενέξεις μεταξύ των αλλοεθνών μοναστηριών στο Άγιον Όρος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 που υπονόμευσαν προς στιγμήν τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της αθωνικής χερσονήσου, ενώ πολύ πρόσφατη και γνωστή είναι η διένεξη της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τις λεγόμενες Νέες Χώρες.
Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο αναδιάταξης των σχέσεων ισχύος, αυτή τη φορά και οικονομικής, εντός της ορθόδοξης κοινότητας εντάσσεται και η κορύφωση τού από αιώνες, λόγω της γνωστής θεωρίας «Περί Τρίτης Ρώμης», υποβόσκοντος ανταγωνισμού στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με το Πατριαρχείο της Ρωσίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λόγω της παρέμβασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην κρίση που δημιουργήθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας της Εσθονίας. Η κρίση αυτή μάλιστα έμελλε να φτάσει στα άκρα, όταν ο Πατριάρχης της Μόσχας έπαψε για πέντε περίπου χρόνια από το 1991 μέχρι το 1996 να μνημονεύει πλέον τον Οικουμενικό Πατριάρχη κατά το θρησκευτικό τελετουργικό.
Οι γεωπολιτικές μεταβολές της μεταψυχροπολεμικής περιόδου επηρέασαν και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως θεσμός προσπάθησε κατ’ αρχάς να αναβαθμίσει τον ρόλο του τη δεκαετία του 1990 φιλοδοξώντας να μετατραπεί σε έναν δυναμικό υπερεθνικό παράγοντα στα Βαλκάνια. Τον Μάρτιο του 1992 συγκλήθηκε με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Φανάρι για πρώτη φορά η Σύναξη των Πατριαρχών και Προκαθημένων των Αυτοκέφαλων και Αυτόνομων Ορθοδόξων Εκκλησιών που, επιχειρώντας να συμβάλει στην καταπολέμηση των εθνικισμών και των φυλετικών διακρίσεων που μάστιζαν την περιοχή και να δώσει μια ουσιαστική προοπτική στην υπαρξιακή ανασφάλεια των πολιτών της, διατύπωσε ένα κείμενο αρχών για το νόημα της Ορθοδοξίας. Στο εν λόγω κείμενο αναφέρεται ότι «η ορθόδοξη πίστη προσφέρει την αγάπη αντί του μίσους, την συνεργασία αντί της συγκρούσεως, την κοινωνίαν αντί των διαιρέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των εθνών».
Ο οικουμενικός ρόλος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, από τον οποίο το Φανάρι αντλεί το σύνολο της δύναμης και της νομιμοποίησής του στη συνείδηση των πιστών, υπονομεύεται, ωστόσο, εδώ και δεκαετίες από μια σειρά αντικειμενικών δυσχερειών σχετικά με το status του Πατριάρχη και τη διαδικασία εκλογής του, που οφείλονται στην έντονη παρεμβατικότητα του τουρκικού κράτους στα εσωτερικά ζητήματα των Εκκλησιών.
Εν τω μεταξύ, η οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως φαίνεται ότι δεν αποτελεί πρόβλημα ούτε για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που ενδιαφέρεται περισσότερο να διασφαλίσει το Πρωτείο (το πρωτείο απορρέει από το γεγονός ότι στη Ρώμη ιδρύθηκε η πρώτη επισκοπή της Χριστιανοσύνης) παρά να αντιταχθεί στην οικουμενικότητα του Πατριαρχείου. Το γεγονός ωστόσο ότι το Βατικανό είναι πρώτα από όλα κράτος, το εμποδίζει να έρθει σε αντιπαράθεση με το τουρκικό κράτος που αντιμάχεται πεισματικά εδώ και αιώνες την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου στο Φανάρι.
Τη συγκαταβατική στάση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στο ζήτημα της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως διατράνωσε και η επίσκεψη του Ποντίφικα στην Τουρκία τον Νοέμβριο του 2006. Ο κύριος σκοπός του ταξιδιού του Πάπα ήταν να επισκεφθεί τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως με την ελπίδα να διευθετήσει το συντομότερο δυνατόν τις διαφορές που προέκυψαν στη διάρκεια της παποσύνης του προκατόχου του. Στα μάτια της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο Ιωάννης Παύλος Β΄ συμπεριφέρθηκε όπως ένας Πολωνός Πάπας. Αυτό σημαίνει ότι, όντας ευαίσθητος ο ίδιος στο θέμα των Ουνιτών, αποδείχτηκε περισσότερο επιρρεπής στο να μεταχειρίζεται την ελληνική Χριστιανοσύνη ως γη προς κατάκτηση, παρά να κάνει διάλογο με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της.
Επανακατέκτησε για παράδειγμα τα περιουσιακά στοιχεία των Ουνιτών, τα οποία είχαν δωρηθεί από τον Στάλιν στους ορθοδόξους, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με αποτέλεσμα η Ορθόδοξη Εκκλησία να εξοργιστεί. Ο Βοϊτίλα υποχρεώθηκε για τον λόγο αυτόν να καθυστερήσει την επίσκεψή του στο Σαράγεβο. Υποχρεώθηκε επίσης να παραιτηθεί της επισκέψής του στη Ρωσία, που μέχρι την τελευταία στιγμή υπήρξε το όνειρο της ζωής του. Ο Βενέδικτος ΙΣτ΄ με το ταξίδι του αποπειράθηκε να αλλάξει την κατάσταση. Για να ξαναρχίσει τον διάλογο, ο Πάπας εμπνεύστηκε από τον Ιωάννη ΚΓ΄, ο οποίος προσκάλεσε τους εκπροσώπους της Ρωσικής Εκκλησίας στη Σύνοδο του Βατικανού και άρχισε την επίσκεψή του από μια πόλη η οποία επί μακρόν χαρακτηρίστηκε ως η «δεύτερη Ρώμη». Ιδιαίτερη, πλην όμως ανεκδήλωτη και ίσως και αποσιωπημένη σημασία, φαίνεται πως είχε το ταξίδι του Πάπα σε σχέση με το Πατριαρχείο Μόσχας, από τη θεωρία του οποίου περί «Τρίτης Ρώμης» αισθάνεται εδώ και δεκαετίες να απειλείται. Μια σύσφιξη των σχέσεων των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, αφού στην ιστορία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το ταξίδι θεωρείται οικουμενικό, θα αποτελέσει τροχοπέδη στις φιλοδοξίες του Πατριαρχείου Μόσχας για ανάδειξή του σε κυρίαρχο πόλο της Ορθοδοξίας και γιατί όχι της Χριστιανοσύνης. Τα αποτελέσματα του ταξιδιού αυτού ως προς τις σχέσεις μεταξύ Καθολικισμού και Ορθοδοξίας δεν θα είναι ορατά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα είναι, ωστόσο, μια επιτυχία, εάν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα ένωση. Θα αποτύχει, εάν οι σχέσεις με τα πατριαρχεία της Ανατολής παραμείνουν συγκρατημένες και ψυχρές.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην επανένωση των δύο Εκκλησίων εξακολουθεί να παραμένει το Πρωτείο του Πάπα που υιοθετήθηκε στην Πρώτη Σύνοδο του Βατικανού το 1869-1870. [Βλ. πάνω σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τού Kl. Schatz, Το Πρωτείο του Πάπα. Η ιστορία του από τις απαρχές μέχρι σήμερα (Αθήνα: Ροές, 2005). Τίτλος πρωτοτύπου: Der päpstliche Primat.] Το Βατικανό κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου προσπάθησε να ρίξει γέφυρες προς την Εκκλησία της Ελλάδος. Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν τότε στην προσπάθεια προσέγγισης ήταν: η επέκταση του κομμουνισμού και οι διεκδικήσεις των Σλάβων στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόφαση του Αθηναγόρα να συναντηθεί με τον Πάπα προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Β’ (Χατζησταύρου), ο οποίος εμπόδισε οποιαδήποτε μορφή διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Λίγα χρόνια αργότερα οι κυβερνήσεις της Ευρώπης υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στήριξαν την προσπάθεια για την Ένωση των Εκκλησιών, αφού θεωρούσαν ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η Σοβιετική Ενωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Στα 25 χρόνια αρχιεπισκοπίας Σεραφείμ κάθε προσέγγιση για τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεωρείτο τολμηρή, όσοι δε ήταν υπέρ της προσέγγισης αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 η κυβέρνηση Καραμανλή επιθυμούσε την έναρξη διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό. Η αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ήταν έντονη. Η πίεση όμως των ευρωπαϊκών κρατών, υπό το βάρος μάλιστα του στόχου που είχε θέσει η ελληνική κυβέρνηση για την ένταξη της χώρας στην Κοινότητα, ήταν οι λόγοι για τους οποίους μπόρεσε τελικά το Βατικανό να αποκτήσει πρεσβεία στην Αθήνα. Επί αρχιεπισκοπίας Χριστοδούλου διεφάνησαν σημάδια αλλαγής αυτού του status. Οι παγιωμένες απόψεις όμως που υπήρχαν στην ιεραρχία δεν μπόρεσαν να υπερπηδηθούν.
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα, του Πατριαρχείου είναι ο ασφυκτικός κλοιός με τον οποίο το τουρκικό κράτος περιβάλλει τη λειτουργία του και πόρρω απέχει από τα ευρωπαϊκά πρότυπα που ως υποψήφιο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Τουρκία όφειλε να σέβεται.
Η παρεμβατικότητα του τουρκικού κράτους διαγιγνώσκεται πρώτα από όλα με το πώς η πολιτική εξουσία της Τουρκίας διαμεσολαβεί στον τρόπο εκλογής του Πατριάρχη. Η εκλογή του Πατριάρχη διέπεται από έναν κανονισμό που θέσπισε το τουρκικό κράτος το 1971 κωδικοποιώντας στην ουσία παλαιότερες νομικές πρακτικές και περιλαμβάνει συνολικά εννέα άρθρα. Μεταξύ των όρων που περιέχονται στον κανονισμό αυτόν, αναφέρεται ως προϋπόθεση για την εκλογή του Πατριάρχη η υποχρέωση αυτός να προέρχεται και να εκλέγεται από την Ενδημούσα Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από ένα εκλεκτορικό σώμα δηλαδή που αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από Τούρκους υπηκόους που τελούν τα μητροπολιτικά τους καθήκοντα αποκλειστικά στην Τουρκία.
Επίσης περιλαμβάνονται στον κανονισμό το δικαίωμα της Νομαρχίας Istanbul να διαγράψει από τον πίνακα των υποψηφίων όσους κρίνει «μη κατάλληλους» για το αξίωμα, η υποχρέωση η εκλογή να λάβει χώρα ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και η δυνατότητα της νομαρχίας να διορίσει έναν από τους μητροπολίτες που έχουν τα προσόντα να είναι υποψήφιοι στο αξίωμα του Πατριάρχη σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η εκλογή της πνευματικής κεφαλής της Ορθοδοξίας είναι εγκλωβισμένη σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων με συγκεκριμένες ιδιότητες, γεγονός που πλήττει βάναυσα την έννοια της οικουμενικότητας, την οποία υποτίθεται ότι ενσαρκώνει ο θεσμός του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη εκλογή Οικουμενικού Πατριάρχη στο σύγχρονο λαϊκό τουρκικό κράτος δεν ακολούθησε τις διαδικασίες που επέβαλαν οι γενικοί κανονισμοί. Έτσι, δεν υποβλήθηκε κανένας κατάλογος εκλόγιμων αρχιερέων προς την τουρκική διοίκηση. Η τελευταία, ωστόσο, με απόφαση του νομάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, εξέδωσε μνημόνιο σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η συμμετοχή, στον κατάλογο των εκλόγιμων αρχιερέων, εκείνων οι οποίοι δεν ήταν Τούρκοι υπήκοοι και δεν υπηρετούσαν σε Εκκλησία στην Τουρκία. Κατά συνέπεια, το διάταγμα αυτό έθεσε ως απαράβατο όρο την τουρκική υπηκοότητα των υποψηφίων Πατριαρχών, γεγονός το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδυνάμωνε τον οικουμενικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου.
Η πρώτη αυτή παρέμβαση του τουρκικού κράτους σε ζητήματα εκλογής Πατριαρχών δημιούργησε μια παράδοση, η οποία έμελλε να συνεχιστεί μεθ’ επιτάσεως και κατά τα επόμενα έτη. Το 1925, για παράδειγμα, όταν εκλέχτηκε παμψηφεί ως Πατριάρχης ο Μητροπολίτης Δέρκων Κωνσταντίνος, οι τουρκικές αρχές, με το πρόσχημα ότι ο τελευταίος ήταν «ανταλλάξιμος», τον απέλασαν στην Ελλάδα.
Στην περίπτωση της εκλογής των δύο επομένων Πατριαρχών, του Βασιλείου Γ΄ και του Φωτίου B΄, οι τουρκικές αρχές δεν αναμείχθηκαν και δεν προχώρησαν σε διαγραφή υποψηφιοτήτων από τον κατάλογο των εκλόγιμων. Το 1936, όμως, η Νομαρχία Κωνσταντινουπόλεως απέκλεισε προφορικά ως «απαράδεκτο» τον σχεδόν βέβαιο για τον πατριαρχικό θρόνο Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μάξιμο. Αντ’ αυτού εξελέγη ο Βενιαμίν A΄ και μόνο μετά τον θάνατό του ανήλθε, τελικά, στον πατριαρχικό θρόνο ο Μάξιμος, αφού προηγουμένως επετεύχθη η συγκατάνευση από το τουρκικό κράτος ότι ο Μάξιμος δεν είναι πλέον ανεπιθύμητος γι’ αυτήν.
Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και στην περίπτωση της εκλογής του Πατριάρχη το 1948, κατά την οποία η Νομαρχία ανακοίνωσε επίσημα ότι δεν επιθυμεί την εκλογή του Μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ στη θέση αυτή. Τη θέση του Πατριάρχη κατέλαβε, τελικά, ο Αθηναγόρας A΄, τότε Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο οποίος, παρ’ ότι στερείτο της τουρκικής υπηκοότητας, απέκτησε αυτήν μετά την εκλογή του, με ειδική νομοθετική ρύθμιση του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ισμέτ Ινονού.
Αμέσως μετά τον θάνατο του Αθηναγόρα, τον Μάιο του 1972, ορίστηκε ο κατάλογος των 14 εκλογίμων μητροπολιτών από την Ενδημούσα Ιερά Σύνοδο και υποβλήθηκε ενώπιον των αρμόδιων τουρκικών αρχών. Οι τελευταίες επέμεναν στην εφαρμογή του Μνημονίου του 1970, το οποίο σχετικά με την εκλογή Πατριάρχη προέβλεπε μεταξύ άλλων το δικαίωμα διορισμού Πατριάρχη από την ίδια την Τουρκία, σε περίπτωση που δεν τελεσφορούσαν οι προσπάθειες εκλογής από την Ενδημούσα Ιερά Σύνοδο εντός προκαθορισμένης προθεσμίας και την παρουσία Τούρκου συμβολαιογράφου. Παρά την αντίδραση της Ιερά Συνόδου του Πατριαρχείου προς την τουρκική κυβέρνηση για αυστηρή και απαρέγκλιτη τήρηση των Ιερών Κανόνων κατά τη διαδικασία της εκλογής, η τουρκική πλευρά αναμείχθηκε έντονα στην εκλογή του Πατριάρχη καθώς επέμενε στο γεγονός ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης το Πατριαρχείο αποτελεί τουρκικό θεσμό, υπαγόμενο στη Νομαρχία της Κωνσταντινουπόλεως, ότι ο Πατριάρχης είναι Τούρκος υπάλληλος, ο οποίος, όμως, δεν αμείβεται από το τουρκικό δημόσιο αλλά διέπεται από ειδικές διατάξεις και κέκτηται υποχρεωτικώς της τουρκικής υπηκοότητας. Προχωρώντας, μάλιστα, σε μια θεαματική ενέργεια διέγραψε τους «ακατάλληλους», κατά την άποψή της, ιεράρχες, αποκλείοντας τον επικρατέστερο από αυτούς, τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα και, μαζί μ’ αυτόν, τους Μητροπολίτες Δέρκων, Χαλδίας και Σταυροπόλεως. Στο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη εκλέχτηκε τελικά με μυστική ψηφοφορία, από τους 11 εναπομείναντες εκλόγιμους αρχιερείς, ο Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου Δημήτριος.
Στην εκλογή του Βαρθολομαίου το 1991 οι τουρκικές αρχές απέφυγαν σε ένδειξη καλής θέλησης να προχωρήσουν σε διαγραφές οποιουδήποτε από τους 15 εκλόγιμους Μητροπολίτες. Τελικά, μετά από σύντομες διεργασίες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο τουρκικός Τύπος ισχυρίστηκε ότι για τον οικουμενικό θρόνο εκδηλώθηκε ενδιαφέρον και από πλευράς του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιακώβου, στο πατριαρχικό αξίωμα ανήλθε παμψηφεί ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Βαρθολομαίος, ως Βαρθολομαίος Α΄ 270ός κατά σειρά Οικουμενικός Πατριάρχης από της συστάσεως του Οικουμενικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως.
Πρέπει εδώ να επισημανθεί και μία άλλη διάσταση που ελλοχεύει σε αυτή την προβληματική σχέση Οικουμενικού Πατριαρχείου και τουρκικού κράτους. Εάν, για παράδειγμα, γίνει αποδεκτό ότι η παρουσία της θρησκείας είναι εθνική-κρατική υπόθεση, τότε η ίδια όχι μόνο βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία της, αλλά επιπλέον οδηγείται αναπόδραστα στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών που το επίσημο εθνικό κράτος διαχειρίζεται. Με την έννοια αυτή η θρησκεία γίνεται παράπλευρη κρατική δομή εξουσίας, που συνδιαχειρίζεται με το εθνικό κράτος το μερίδιο της εθνικότητας που της αναλογεί.
Κατά καιρούς έχει υποστηριχθεί ότι η παρεμβατικότητα της πολιτικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά πράγματα οφείλεται στο διοικητικό δικαιικό και στο πνευματικό κατακερματισμό που διέπει τη διάρθρωση της Ορθοδοξίας όχι μόνο στα Βαλκάνια αλλά και παγκοσμίως. Για την υπέρβαση των δυσαρμονιών αυτών έχει προγραμματιστεί μια ριζοσπαστική Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θεωρητικά, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις πάντα, ετοιμάζεται εδώ και δεκαετίες χωρίς, ωστόσο, να έχει διαφανεί με κάποιον τρόπο μέχρι σήμερα ότι επίκειται σύγκλησή της.
Τόσο οι Τούρκοι εθνικιστές όσο και μερίδα των ισλαμιστών στην Τουρκία προσπαθούν να συσχετίσουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τους μουφτήδες της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη με σκοπό να παρουσιάσουν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει πλήρη ελευθερία σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς ηγέτες στη Δυτική Θράκη. Με τον τρόπο αυτόν, η τουρκική πλευρά προσπαθεί να υπονομεύσει την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου και να καταστήσει το ζήτημα διμερές και μειονοτικό που αφορά την Ελλάδα και την Τουρκία.

Βιβλιογραφία
–Αλέξης, Αλεξανδρής, «Η οικουμενική διάσταση: το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως», στο: συλλογικό έργο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σσ. 517-525.
–Hakan, Olgun, «Religion-State Relations in Turkey, the Prospect of European Union Membership and the Lutheran Doctrine of the ‘Two Kingdoms’ Religion», State & Society, Vol. 33, No. 4, December 2005.
–Gustav, Auernheimer, Griechenland zwischen Tradition und Moderne. Zur Politischen Kultur eines europäischen Landes, Athen-Baden Baden: Sakkoulas-Nomos Verlag, 2001.
–Γιώργος, Καραγιάννης, Εκκλησία και Κράτος 1833-1997. Ιστορική επισκόπηση των σχέσεων τους, εκδ. Ποντίκι, 1997.
–Σοφία, Βούρη/Γιώργος, Καψάλης, Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση στην Αλβανία, Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ., Ρέθυμνο 2003.
–Angela, Ilic, «On the Road towards Religious Pluralism? Church and State in Serbia», Religion, State & Society, Vol. 33, No. 4, December 2005, σσ. 273-274.
–Ιωάννης, Ταρνανίδης, Ιστορία της Σερβικής Εκκλησίας, εκδ. Αδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1982.
–Gavril Flora, Georgina Szilagyi and Victor Roudometof, «Religion and national identity in post-communist Romania», Journal of Southern Europe and the Balkans Volume 7, Number 1 (April 2005), σσ. 38-40.
–Peter, Petkoff, «Church-State Relations under the Bulgarian Denominations Act 2002: Religious Pluralism and Established Church and the Impact of Other Models of Law on Religion». Religion, State & Society, Vol. 33, No. 4 (December 2005)
–Francois, Thual, Η Κληρονομιά του Βυζαντίου. Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας. Β΄ έκδ. Ροές, Αθήνα 2000, Τίτλος πρωτοτύπου: Le douaire de Byzance.
–Edward, Said, Οριενταλισμός, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996. Τίτλος πρωτοτύπου: Orientalism.
–Ιωάννης, Κονιδάρης, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο σύγχρονο κόσμο. Προβλήματα και Προοπτικές. Θέματα Πολιτικής και Άμυνας, vol. 4 (Αθήνα: ΙΑΑ, 2000).
–Χρυσούλα, Καρυκοπούλου, Το διεθνές καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αθήνα 1979.
–Ιωάννης, Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική στην Ελλάδα 1750-1909, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1992.
–Νίκη Παπαγεωργίου, Η Εκκλησία στη νεοελληνική κοινωνία. Γλωσσοκοινωνιολογική ανάλυση των εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000.

O Ανδρέας Στεργίου είναι λέκτορας στο τμήμα Πολιτιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

[ Περισσότερα στο τεύχος... ]

Σεπτέμβριος 2010 #507 - 4,50€

 3 ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
του Διονύση Ν. Μουσμούτη
Διαβάστε περισσότερα >>
 6 Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
του Κωνσταντίνου Ι. Δεσποτόπουλου
 9 ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
του Νίκου Κ. Κυριαζή
Διαβάστε περισσότερα >>
 18 ΤΙ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
του Αναστασίου Δ. Καραγιάννη
 26 ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ 2500 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
του Guy Feaux de la Croix
 36 O ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
της Μαρίνας Μαραγκού
 43 Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΔΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ
του Ανδρέα Στεργίου
Διαβάστε περισσότερα >>
 54 ΕΘΝΙΚΕΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
 του Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου
Διαβάστε περισσότερα >>
 67 GAZPROM: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ
 του Φίλιππου Προέδρου
Διαβάστε περισσότερα >>
 75 ΤΑ «ΚΑΣΤΡΑ» ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
του Ελευθερίου Ηλ. Καντζίνου
 84 ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ
 του Μ. Γ. Μερακλή
 102 ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΗΘΗ
της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
 111 ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
του Φίλιππου Φίλιππα
 115 Βιβλία και Ιστορία
Andrew Nagorski. MOΣXA 1944. H ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ, Μετάφραση: Νικόλαος Λαζαρίδης, εκδ. Γκοβόστης, 2010, σ. 464, τιμή: 25,00 €.
Γράφει και επιμελείται ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
Διαβάστε περισσότερα >>
 ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ
115 Βιβλία και Ιστορία ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
120 Τέχνη και πολιτισμός ΤΟΝΙΑ ΜΑΚΡΑ
122 Θέατρο και Ιστορία ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΡΑΠΑΝΑΚΗ
124 Ιστορία στο Διαδίκτυο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΘΕΝΙΤΗΣ
128 Γιατί το λέμε έτσι; ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΡΙΜΠΑΣ
129 Το Σταυρόλεξο του 21ου αιώνα ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΘΕΝΙΤΗΣ
ΠΑΠΥΡΟΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε
Πανεπιστημίου 46, Αθήνα, 106 78
Τηλ.: 210 3611880
info@istoria.gr - letters@istoria.gr
Παρουσίαση εκδήλωσης
Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος - Σχεδίαση απο την Webstart - Web hosting απο την Cityhost