Περιοδικό Ιστορία
McMafia – Έγκλημα χωρίς σύνορα
Η τολμηρή έρευνα του Γκλένι που κράτησε τρία χρόνια, φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά της παγκοσμιοποίησης
Ιστορία Εικονογραφημένη
Ηλεκτρονικό κατάστημα Πάπυρος Online

22 ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β΄ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
του ΔΗΜHΤΡΗ Κ. ΑΠΟΣΤΟΛOΠΟΥΛΟY


Τα τριάμισι χρόνια της γερμανικής κατοχής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν το πιο σκοτεινό κεφάλαιο στη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Τα στρατιωτικά αντίποινα, καθώς και η οικονομική εξαθλίωση και η πείνα, που ήλθαν ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της χώρας από τις δυνάμεις κατοχής παρέμειναν για δεκαετίες στη μνήμη των Ελλήνων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ στο τέλος της Κατοχής, το 1944, εκατοντάδες χωριά και επαρχιακές πόλεις ήταν ολοκληρωτικά κατεστραμμένες, ένα εκατομμύριο πολίτες ήταν άστεγοι, λειτουργούσε μόνο το 1/4 του σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ και τα τόσο σημαντικά για τη χώρα λιμάνια είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές.
H ΚΛΗΡΟΝΟΜΙA της ναζιστικής κατοχής δεν οδήγησε σε διακοπή των σχέσεων των δύο χωρών μετά τον πόλεμο λόγω της ένταξής τους στον δυτικό συνασπισμό δυνάμεων, της συμμαχίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά και της συμφωνίας σχεδόν σε όλα τα σημαντικά πολιτικά θέματα των πρώτων μεταπολεμικών ετών μεταξύ των ελληνικών και των γερμανικών κυβερνήσεων. Οι διμερείς σχέσεις βρίσκονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου  υπό την κυριαρχία των οικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών. Η καταστροφή της Ελλάδας και η ανοικοδόμησή της προώθησαν ιδιαιτέρως τη σταδιακή και συνεχή ανάπτυξη των ελληνογερμανικών σχέσεων. Η Γερμανία αποτελούσε δυνατό εμπορικό προμηθευτή και μπορούσε να υποστηρίξει την Ελλάδα στην εκμετάλλευση πρώτων υλών και στη δημιουργία βιομηχανικής και δημόσιας υποδομής. Αν και για τη Γερμανία οι οικονομικές παράμετροι των σχέσεων ήταν ιδιαίτερα ελκυστικές, μια και η βιομηχανία της (που βρισκόταν σε φάση ανάρρωσης) εξοικονομούσε οφέλη από την ελληνική ανοικοδόμηση, συνολικά προτεραιότητα της Βόννης δεν ήταν τα οικονομικά συμφέροντα. Οι ομοσπονδιακές κυβερνήσεις έβλεπαν στην Ελλάδα εξαιτίας γεωπολιτικών, γεωστρατηγικών και ιδεολογικών λόγων έναν «ακρογωνιαίο λίθο του ΝΑΤΟ», μια έπαλξη απέναντι στον κομμουνισμό. Για τη γερμανική πλευρά προέκυπτε εξάλλου και το ανεκτίμητο πλεονέκτημα ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου υποστήριζαν χωρίς επιφύλαξη σε διεθνές επίπεδο τη γερμανική κυβέρνηση σε όλα τα σημαντικά πολιτικά θέματα και κυρίως στο γερμανικό ζήτημα.


Η πρώτη μεταπολεμική περίοδος


Μετά από πέντε περίπου χρόνια εθνικών ανακατατάξεων (Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα – συμμαχική κατοχή στη Γερμανία) και μιας πρώτης ανασυγκρότησης μετά τον πόλεμο, επιδιώχθηκε και από τις δύο πλευρές η δημιουργία ενός νέου συστήματος διμερών σχέσεων. Δεν ήταν τυχαίο ότι μία από τις έξι πρώτες διπλωματικές αποστολές που έστειλε η νεοσύστατη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έφτανε στα τέλη του 1950 στην Αθήνα. Το νέο γερμανικό κράτος ήθελε να δείξει και στην πράξη την καλή του θέληση, προκειμένου οι παλιοί εχθροί, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, να μπορέσουν να ξεχάσουν τις φρικαλεότητες του πολέμου.
Πρώτο σταθμό στις μεταπολεμικές διμερείς σχέσεις αποτελεί η επίσημη επίσκεψη του αναπληρωτή Έλληνα πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου στη Δυτική Γερμανία, τον Οκτώβριο του 1950. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε υπό τη σκιά γενικότερων οικονομικών επαφών και εξυπηρετούσε κυρίως τον στόχο της Ελλάδας να ξανακερδίσουν τα ελληνικά καπνά την παραδοσιακή τους θέση στη γερμανική αγορά. Λόγω της μεγάλης σημασίας της εξαγωγής καπνού για την ελληνική οικονομία η ελληνική κυβέρνηση στήριζε στη συμφωνία (Tabakabkommen) της 26ης Οκτωβρίου 1950 και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μεγάλες προσδοκίες και ελπίδες. Τρία χρόνια αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1953, υπογράφηκε το ελληνογερμανικό σύμφωνο για οικονομική συνεργασία. Παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν στην πορεία κατά την υλοποίησή του το σύμφωνο αποτέλεσε θεμέλιο λίθο στις διμερείς μεταπολεμικές σχέσεις. Έδειχνε μάλιστα η συμφωνία αυτή την ασυνήθιστα ισχυρή επιρροή της πολιτικής σε αποφάσεις σχετικές με την οικονομία και το εμπόριο. Με το σύμφωνο του 1953 άρχισαν γερμανικές εταιρείες (Krupp, Stahlunion Export κ.ά.) να συμμετέχουν στην ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας (εκμετάλλευση κοιτασμάτων λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα, δημιουργία διϋλιστηρίων πετρελαίου κ.λπ.).
Την άνοιξη του επόμενου έτους ο καγκελάριος Κόνρατ Αντενάουερ επισκέφθηκε την Ελλάδα (10-12 Μαρτίου 1954), ενώ λίγο αργότερα (30 Ιουνίου – 5 Ιουλίου 1954) έλαβε χώρα, σε ανταπόδοση της επίσκεψης του καγκελαρίου, η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού, στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου στη Δυτική Γερμανία. Η επίσκεψη Αντενάουερ έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, όντας μάλιστα η πρώτη επίσημη επίσκεψη Γερμανού κυβερνήτη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830-32), αλλά και σε σχέση με το πρόσωπο του Παπάγου ήταν φανερό σε ποιον βαθμό, τουλάχιστον στους συντηρητικούς κύκλους και στο παλάτι, ήταν ισχυρές οι συμπάθειες προς τη Γερμανία παρά το παρελθόν του πολέμου. Και αυτό γιατί η επίσκεψη του Παπάγου επισκιαζόταν από μια προσωπική ιστορία του Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς το 1943 είχε μεταφερθεί και φυλακιστεί ο ίδιος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Φλόσενμπουργκ και Νταχάου. Πάντως, το προσωπικό του παρελθόν δεν επηρέασε αρνητικά την επίσκεψη, το αντίθετο μάλιστα. Η ανταλλαγή επισκέψεων έδειχνε ξεκάθαρα ότι στο επίπεδο τουλάχιστον των πολιτικών ελίτ οι μεταπολεμικές διμερείς σχέσεις είχαν βελτιωθεί αισθητά. Κυρίως σε οικονομικό επίπεδο οι επαφές του 1954 είχαν θετικά αποτελέσματα και βασικά στην υλοποίηση στην πράξη της διμερούς συμφωνίας για οικονομική συνεργασία του 1953.
Στις 17 Μαΐου 1956 υπογράφηκε το ελληνογερμανικό πολιτισμικό σύμφωνο. Με το σύμφωνο αυτό ξανάρχισαν επισήμως οι πολιτισμικές διμερείς σχέσεις που είχαν διακοπεί από τον πόλεμο. Το σύμφωνο ρύθμιζε μεταξύ άλλων τις δυνατότητες εργασίας του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, την επαναλειτουργία των Γερμανικών Σχολών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και την άδεια λειτουργίας πολιτισμικών ινστιτούτων και στις δύο χώρες.
Τομή στις ελληνογερμανικές σχέσεις αποτελεί η επίσκεψη στη Βόννη του Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή (10-12 Νοεμβρίου 1958), που μάλιστα η γερμανική πλευρά είχε εσκεμμένα καθυστερήσει. Η επίσκεψη και οι επικείμενες οικονομικές διαπραγματεύσεις για τη χορηγία γερμανικής οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα αναμένονταν με ανυπομονησία από την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση της στην εσωτερική πολιτική σκηνή, την ώρα μάλιστα που υπήρχε η εντύπωση μιας επαπειλούμενης απομόνωσης της Ελλάδας στο πλαίσιο της Δυτικής Συμμαχίας λόγω του Κυπριακού. Η επίσκεψη αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία στο οικονομικό επίπεδο, με τη χορήγηση δανείου ύψους 200 εκ. μάρκων και την παροχή επενδύσεων (ύψους 100 εκ.) και επιπλέον τεχνικής βοήθειας. Με την οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα η γερμανική κυβέρνηση θέλησε να ενισχύσει τη δεξιά κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και απομόνωση λόγω του Κυπριακού. Γι’ αυτό και για πρώτη φορά και παρά την αντίδραση του υπουργού των οικονομικών χορηγήθηκε πίστωση καλυπτόμενη από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Έτσι δημιουργήθηκε για την Ελλάδα η προοπτική να μετριάσει κάπως την οικονομική και ταυτόχρονα την πολιτική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.


Το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου – η υπόθεση Μέρτεν


Οι διαπραγματεύσεις του 1958 έδειξαν, εξάλλου, ότι Ελλάδα και Γερμανία εναρμονίζονταν σε επίπεδο ιδεολογικοπολιτικό και εγκαινίασαν μια νέα φάση στις διμερείς σχέσεις, όχι μόνο λόγω της οικονομικής ενίσχυσης την οποία έφερε στην Ελλάδα, αλλά και γιατί μπήκε μία τελεία στο ζήτημα της αντιπαράθεσης με το πολεμικό παρελθόν. Το θέμα των εγκληματιών πολέμου και η επίκαιρη τότε υπόθεση Μέρτεν ξεκαθαρίστηκαν οριστικά. Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποσχέθηκε προφανώς το οριστικό κλείσιμο του ζητήματος και τους επόμενους μήνες το επέβαλε με συνέπεια, παρά τις τεράστιες αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Ήδη δύο μήνες μετά την επίσκεψή του στη Γερμανία ο Καραμανλής πέρασε νόμο στην ελληνική Βουλή με τον οποίο η ελληνική πλευρά παραιτείτο από τη δίωξη εγκληματιών πολέμου.
Η υπόθεση της δίωξης και της τιμωρίας εκείνων των Γερμανών, που ήταν υπεύθυνοι για σκληρά εγκλήματα και αντίποινα απέναντι στον ελληνικό λαό κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια σε σχέση και με το πώς αντιμετωπίζει κανείς το ιστορικό τραύμα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ένοχοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ούτε διώχθηκαν ούτε χρειάστηκε να πληρώσουν για τις πράξεις τους. Ήδη από το 1952 (με τον νόμο 2058) η ελληνική κυβέρνηση έστειλε περίπου 200 σχετικές υποθέσεις στις γερμανικές αρχές για περαιτέρω δίωξη. Στην ελληνική Δικαιοσύνη απέμεναν τότε ακόμα περίπου 600 υποθέσεις εγκληματιών πολέμου. Στα επόμενα χρόνια η ελληνική κυβέρνηση άφησε να φανεί το ενδιαφέρον της για την οριστική ρύθμιση του ζητήματος. Αυτό συνέβαινε βέβαια σύμφωνα και με υπόμνημα της γερμανικής πρεσβείας στη Αθήνα (18-12-1954), υπολογίζοντας την κοινή γνώμη και χωρίς να προκαλείται η προσοχή της δημοσιότητας.
Τον Δεκέμβριο του 1954 η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε στη Γερμανία να μεταθέσει ακόμα 250 υποθέσεις στις γερμανικές αρχές. Η γερμανική κυβέρνηση απέρριψε όμως αρχικά την ελληνική πρόταση και έδειξε ότι προτιμούσε μια νομική ρύθμιση του ζητήματος από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση, καθώς η υλοποίηση της ελληνικής πρότασης όχι μόνο θα επιβάρυνε σημαντικά τη γερμανική Δικαιοσύνη, αλλά θα προκαλούσε και τη δημοσιότητα! Στις διμερείς διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 1956 στη Βόννη συμφώνησαν και οι δύο πλευρές να αναβληθούν οι διώξεις κατά των εγκληματιών πολέμου μέχρι την ολοκλήρωση σχετικής έρευνας από τις γερμανικές αρχές, ώστε κάποια στιγμή να ρυθμιστεί το θέμα οριστικά.
Η περίφημη υπόθεση Μέρτεν επιβάρυνε σημαντικά τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Ο Μαξ Μέρτεν συνελήφθη τον Μάιο του 1957 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ελλάδα. Το πρόσωπό του βάρυναν διάφορες κατηγορίες και κυρίως η συμμετοχή του στη μεταφορά 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στον ελληνικό Τύπο ξύπνησαν τα φαντάσματα της γερμανικής κατοχής και ξαναεμφανίστηκαν αντιγερμανικά αισθήματα, που πολλοί νόμιζαν ότι είχαν ξεχαστεί. Φαινομενικά επρόκειτο για ένα πρόβλημα εγκλημάτων πολέμου. Στην πράξη, η υπενθύμιση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου με τη σύλληψη του Μέρτεν και η έκταση που δόθηκε στην υπόθεση έγιναν μάλλον στο πλαίσιο της επικείμενης επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού στη Βόννη, τον Νοέμβριο του 1958. Η ελληνική κυβέρνηση προφανώς προσπάθησε να εκμεταλλευθεί πολιτικά και οικονομικά την υπόθεση ώστε να αποσπάσει μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια από τη γερμανική πλευρά. Όπως αναφέρθηκε, λίγο μετά την επιστροφή του Καραμανλή στην Ελλάδα η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να παραιτηθεί από τη δίωξη των εγκληματιών πολέμου και παραχώρησε τη δυνατότητα αυτή στις γερμανικές υπηρεσίες. Έτσι, τέθηκε τέρμα σε ένα ζήτημα που επιβάρυνε για καιρό τις διμερείς σχέσεις.

 

Οι πολεμικές αποζημιώσεις


Σε αντίθεση με το θέμα των εγκληματιών πολέμου, η γερμανική πλευρά δεν κατάφερε, όπως ήταν προγραμματισμένο, κατά την επίσκεψη Καραμανλή το 1958, να αποσπάσει από τον Έλληνα πρωθυπουργό την υπόσχεσή του για μια οριστική παραίτηση της ελληνικής πλευράς από τις αξιώσεις για πολεμικές αποζημιώσεις.
Η προβληματική των πολεμικών αποζημιώσεων είχε απασχολήσει ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τις ελληνικές κυβερνήσεις και φυσικά τη δημοσιότητα, με το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού Τύπου να απαιτεί άμεσα την πληρωμή τους εκ μέρους της Γερμανίας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία η Ελλάδα είχε λάβει μέχρι το 1957 «σε αγαθά» από τη Γερμανία και την Ιταλία μαζί περίπου 130 εκατ. δολάρια ως αποζημίωση. Το πόσο αυτό αποτελούσε περίπου το 0,4% του ποσού το οποίο είχε ζητήσει αρχικά η Ελλάδα, καθώς η ελληνική κυβέρνηση είχε εκτιμήσει τότε τις οφειλόμενες στην ίδια αποζημιώσεις από τον πόλεμο σε συνολικά 17,8 δισ. δολάρια. Μόνο από τη Γερμανία η Ελλάδα είχε λάβει (πάλι σε υλικά αγαθά) περίπου 25 εκατ. δολάρια, δηλ. περίπου το 0,12% των αξιώσεών της.
Οι απαιτήσεις της ελληνικής πλευράς από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου σημαντικό ρόλο έπαιζαν οι πιστώσεις τις οποίες έλαβε το Τρίτο Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά τη διάρκεια της Κατοχής (κατοχικό δάνειο), καθώς και οι αποζημιώσεις για τα θύματα του ναζισμού, απορρίπτονταν συνεχώς από τη γερμανική πλευρά με την υπόδειξη του Συμφώνου του Λονδίνου της 27ης Φεβρουαρίου 1953, το οποίο βέβαια είχε επικυρώσει και η ελληνική κυβέρνηση. Το Σύμφωνο του Λονδίνου απάλλασσε τη Γερμανία από την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την οριστική ρύθμιση του Γερμανικού Ζητήματος.
Μόνο με το Σύμφωνο της 18ης Μαρτίου 1960 η γερμανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να διαθέσει στην Ελλάδα –ως «εθελούσια επανόρθωση», και όχι ως αποζημίωση, για να μη δημιουργηθεί προηγούμενο– το ποσό των 115 εκατ. μάρκων ως αποζημίωση των θυμάτων του ναζισμού, δηλαδή αφορούσε μόνον εκείνους τους πολίτες (π.χ. Έλληνες εβραϊκής καταγωγής, θύματα καταναγκαστικής εργασίας κ.λπ.) που δεν μπορούσαν για τυπικούς λόγους να εγείρουν αξιώσεις με βάση τις εσωτερικές ρυθμίσεις αποζημιώσεων του γερμανικού κράτους. Η δήλωση του τότε Γερμανού πρέσβη με την ευκαιρία της υπογραφής του Συμφώνου του 1960 ήταν η ακόλουθη: «Γνωρίζουμε ότι δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να αποκαταστήσουμε τα εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα. Ακόμα και οι αποζημιώσεις που πρέπει να καταβληθούν στα θέματα των Ναζί, [...] πρέπει να θεωρούνται μόνο ως σημάδι καλής θέλησης».
Το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων παραμένει, λοιπόν, ανοικτό, ενώ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο τελείως ξεχωριστή είναι η υπόθεση του κατοχικού δανείου (ή καλύτερα των κατοχικών δανείων), τα οποία απέσπασε η Γερμανία από τη δωσίλογη ελληνική κυβέρνηση και των οποίων την αποπληρωμή είχαν υποσχεθεί οι ίδιες οι κατοχικές δυνάμεις, χωρίς ποτέ αυτή η υπόσχεση να πραγματοποιηθεί. Η σχετική συμφωνία είχε υπογραφεί τον Μάρτιο του 1943 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας Άλτενμπουργκ και της Ιταλίας Γκίτζι. Η ελληνική πλευρά δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Η δανειακή σύμβαση επιβαλλόταν στην Ελλάδα ως υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική) και οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν τη μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Τα χρήματα του δανείου δεν προορίζονταν για συντήρηση κατοχικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, αλλά για διάφορες ανάγκες του Τρίτου Ράιχ, αφού για κάποιο διάστημα  η Ελλάδα χρηματοδοτούσε ακόμα και την εκστρατεία του Ρόμελ στην Αφρική. Το ύψος του δανείου κατά τον ίδιο τον Άλτενμπουργκ ανερχόταν σε 400 εκατ. μετακατοχικά μάρκα, ενώ σήμερα με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ. Επομένως, το κατοχικό δάνειο ως τραπεζική πράξη αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική και ως τέτοια θα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί και από τις δύο πλευρές, χωρίς να εντάσσεται στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, που είχε αναστείλει την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων και αποζημιώσεων.
Γενικά, πάντως, μετά τη γερμανική επανένωση το 1990 δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την Ελλάδα, όπως και για άλλες χώρες, που καταστράφηκαν από τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ώστε να ξεκινήσει εκ νέου η πολιτική συζήτηση γύρω από την προβληματική των αποζημιώσεων. Με την υπογραφή της συνθήκης του 1990 για την επανένωση της Γερμανίας, γνωστής ως συνθήκη «2+4», η οποία βέβαια σύμφωνα με την άποψη της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης δεν έχει τη νομική ισχύ Συνθήκης Ειρήνης, αλλά από τη στιγμή που ρυθμίζει οριστικά το γερμανικό ζήτημα είναι λογικό να ερμηνευτεί ως τέτοια, πολλοί υποστηρίζουν ότι το Σύμφωνο του Λονδίνου του 1953, που μέχρι τότε αποτελούσε εμπόδιο για τη χορηγία αποζημιώσεων, μετατράπηκε σε δεσμευτική για τη Γερμανία νομική υποχρέωση.


Οι σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας


Ενδιαφέρον έχει στο σημείο αυτό να ρίξουμε μια ματιά στη σχέση της Ελλάδας με το «άλλο» γερμανικό κράτος, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Αν και το μέγεθος των σχέσεων προς την Ελλάδα δεν ανταποκρινόταν σε καμία περίπτωση στις προσδοκίες της Ανατολικής Γερμανίας, η Ελλάδα δεν την είχε απορρίψει τελείως ως εμπορικό εταίρο. Επέτρεψε, για παράδειγμα, στο εμπορικό της επιμελητήριο να διατηρεί αντιπροσωπία στην ελληνική πρωτεύουσα. Τη βάση για τις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες αποτελούσε πάντως μόνον ένα σύμφωνο μεταξύ των κρατικών τραπεζών των δύο χωρών, το οποίο υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 1956. Από την ελληνική πλευρά δεν επετράπη ποτέ να υπάρξει συμφωνία σε επίπεδο κυβερνήσεων. Η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε επίσης να τοποθετήσει εμπορική αντιπροσωπία στην πρωτεύουσα της Ανατολικής Γερμανίας. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 χρησιμοποιούσε την οικονομική βοήθεια που παρείχε σε χώρες όπως η Ελλάδα ως όργανο προκειμένου να επιτύχει το σημαντικότερο πολιτικό της στόχο που ήταν η μη αναγνώριση του «άλλου» γερμανικού κράτους. Αναμφισβήτητα καμία Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν θα ήταν έτοιμη να χορηγήσει οικονομική ενίσχυση σε μία χώρα η οποία θα αναγνώριζε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας συνάπτοντας διπλωματικές σχέσεις με αυτή.
Σε επίπεδο πολιτικό η Ανατολική Γερμανία θέλει να παρουσιάζεται ως μία άλλη Γερμανία. Εκπρόσωποί της καταθέτουν στεφάνια το 1959 στο Δίστομο και στον Χορτιάτη, όχι φυσικά ανιδιοτελώς. Στόχος είναι να ταυτιστεί ο «δυτικογερμανικός μιλιταρισμός» με τον φασισμό του Χίτλερ, ώστε να αναδειχθεί η χώρα τους ως η «ειρηνική Γερμανία».
Φάνηκε πάντως ότι η πολιτική-διπλωματική υποδομή της Ανατολικής Γερμανίας δεν ήταν αρκετά ισχυρή για κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα δεν επηρεάστηκε προς μία πιο στενή σχέση απέναντι στην Ανατολική Γερμανία ούτε από τη στάση της στο πιο σημαντικό ελληνικό εθνικό ζήτημα της δεκαετίας του ’50, στο Κυπριακό. Αντίθετα προς τη Δυτική Γερμανία που, όπως και οι άλλοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, τήρησε ουδέτερη στάση, η Ανατολική Γερμανία (όπως και όλο το Ανατολικό Μπλοκ) υποστήριξε την αίτηση αυτοδιάθεσης της Κύπρου στον ΟΗΕ, που κατέθεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η Ελλάδα στα Ηνωμένα Έθνη.
Γενικά, οι σχέσεις της Ελλάδας με την Ανατολική Γερμανία επηρεάστηκαν από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών και βέβαια εξαιτίας των δεδομένων, δηλαδή των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μετά τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Δυτικής Γερμανίας, πολύ μικρό πεδίο δράσης έμενε για μια πιο στενή-εντατική σχέση μεταξύ Ελλάδας και Ανατολικής Γερμανίας. Η τελευταία, όχι μόνο δεν αποτελούσε εναλλακτική λύση για την Ελλάδα, αλλά η Αθήνα ούτε καν επιδίωξε να εκμεταλλευτεί για την επίτευξη των στόχων της απέναντι στη Δυτ. Γερμανία τις προσπάθειες προσέγγισης του «άλλου» γερμανικού κράτους προς αυτήν.


Η Ελλάδα και η Γερμανία στην ευρωπαϊκή οικογένεια


Από τη δεκαετία του 1960 και μέχρι σήμερα οι ελληνογερμανικές σχέσεις εξελίσσονται στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Όταν στις 9 Ιουλίου 1961  υπογράφηκε η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1962), η πρώτη συμφωνία σύνδεσης της Κοινότητας με τρίτο κράτος,  από την ελληνική πλευρά αναγνωριζόταν ότι η Γερμανία έδειξε ιδιαίτερη κατανόηση για τις ανάγκες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η Βόννη εκπροσώπησε την ελληνική πλευρά και τις ανάγκες της απέναντι στους άλλους εταίρους της Κοινότητας με υποδειγματικό τρόπο. Η σημασία της σύνδεσης για τις ελληνογερμανικές εμπορικές σχέσεις ήταν σαφής, μια και η Δυτ. Γερμανία δεν ήταν μόνο ο πιο σημαντικός εξαγωγέας προϊόντων για την Ελλάδα και ο δεύτερος πιο σημαντικός εισαγωγέας προϊόντων από την Ελλάδα, αλλά και γιατί μεταξύ των χωρών της ΕΟΚ ήταν ο πιο σημαντικός εμπορικός εταίρος.
Παράλληλα, η Δυτική Γερμανία φαινόταν πρόθυμη να ανταποκριθεί και πάλι με παροχή πιστώσεων και τεχνικής βοήθειας στις ανάγκες για δημιουργία υποδομών στην Ελλάδα, όπως συνέβη το 1962 με την παροχή πίστωσης 150 εκατ. μάρκων και τεχνικής βοήθειας, προκειμένου να κατασκευαστεί εργοστάσιο εκμετάλλευσης του λιγνίτη στη Μεγαλόπολη για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο μεταξύ των δύο κυβερνήσεων της 29ης Ιουλίου 1962 η γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αυξήσει το ποσό της πίστωσης κατά 50 εκατ. μάρκα, αν για τεχνικοοικονομικούς λόγους προέκυπτε ότι το ποσό των 150 εκατ. δεν ήταν αρκετό. Εάν το έργο της Μεγαλόπολης δεν προχωρούσε τελικά, η δυτικογερμανική πλευρά θα διέθετε το ποσό των 150 εκατ. μάρκων για υλοποίηση άλλων αναπτυξιακών έργων που θα συμφωνούσαν οι δύο κυβερνήσεις. Εξάλλου, η δυτικογερμανική κυβέρνηση δήλωσε πρόθυμη να παράσχει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τεχνική βοήθεια επιπλέον της προγραμματισμένης – που ήταν τρία εκατ. μάρκα ετησίως από το 1959 μέχρι το 1963 – και η ελληνική κυβέρνηση υποσχέθηκε να δώσει προτεραιότητα στις γερμανικές εταιρείες στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού για την ανάληψη δημοσίων έργων. Στο ίδιο πνεύμα συνεργασίας, η γερμανική πλευρά θα υποστήριζε τα επόμενα χρόνια τις ελληνικές επιθυμίες για εναρμόνιση της ελληνικής γεωργίας με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ και μάλιστα θα δεχόταν το 1965 να βελτιώσει τους όρους του δανείου του 1958 κατεβάζοντας το επιτόκιο από 6% σε 4%, αναδιαμορφώνοντας τις τοκοχρεολυτικές δόσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες της ελληνικής κυβέρνησης.
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η Βόννη μέσω της πρεσβείας της στην Αθήνα θα παρακολουθεί στενά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, καθώς είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την κατάρρευση της δημοκρατίας στη χώρα, ενώ παράλληλα ο ίδιος ο Δυτικογερμανός πρέσβης στην Αθήνα Όσκαρ Σλίτερ (Oskar Schlitter) πρότεινε από το 1966 επανειλημμένα στην κυβέρνησή του μέτρα οικονομικής ενίσχυσης για τη σταθεροποίηση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, αφού μετά τη διακυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου είχε επέλθει επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία, λόγω της άσκησης κοινωνικής πολιτικής από την κυβέρνηση Παπανδρέου (διαγραφή αγροτικών χρεών, δωρεάν παιδεία κ.λπ.), την ώρα που η χώρα έπρεπε να κάνει βήματα για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της υπό τις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η σύνδεσή της με την ΕΟΚ.


Η δικτατορία


Η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα προκάλεσε σχετική αμηχανία στην κυβέρνηση της Βόννης, ωστόσο θεωρήθηκε πιο σωστή η διατήρηση της επαφής με την Αθήνα, κυρίως γιατί έπρεπε να διασφαλιστούν τα ίδια γερμανικά συμφέροντα. Εξάλλου, η κυβέρνηση των συνταγματαρχών δεν αποστασιοποιήθηκε ουσιαστικά από την οικονομική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, ενώ ταυτόχρονα απέρριπτε τις οικονομικές προσφορές της Ανατολικής Γερμανίας, δείχνοντας πρόθυμη να συνεργάζεται οικονομικά μόνο με τη Δύση. Ενώ οι διμερείς σχέσεις συνεχίζονταν στο πλαίσιο των οικονομικών συμφωνιών και της στρατιωτικής συνεργασίας εντός του ΝΑΤΟ, η δυτικογερμανική κυβέρνηση έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να μη έχουν αντίκτυπο στον ελληνικό και στον γερμανικό Τύπο και κυρίως να μην θεωρηθούν δείγμα αγαστής ελληνογερμανικής συνεργασίας. Αδιαμφισβήτητη, εξάλλου, ήταν η ηθική συμπαράσταση και η αλληλεγγύη, αλλά και η πρακτική βοήθεια στους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εργαζόμενους στη Γερμανία, στους χιλιάδες φοιτητές και επιστήμονες. Δεν ήταν, εξάλλου, λίγοι και οι επώνυμοι που είχαν ζητήσει και λάβει άσυλο στη Γερμανία.
Από το 1969 και μετά η δυτικογερμανική κυβέρνηση βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, προσπαθώντας να εξισορροπήσει ανάμεσα στην εξασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της στην Ελλάδα και στην ιδεολογική και ηθική υποστήριξη του αγώνα Ελλήνων πολιτών και πολιτικών για αποκατάσταση της δημοκρατίας κυρίως από πλευράς της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αλλά και της ευρύτερης δυτικογερμανικής κοινωνίας.
Με εξαίρεση τη γερμανική βιομηχανία – της οποίας τη στάση καθόριζαν ασφαλώς τα οικονομικά συμφέροντα (παραγγελίες όπλων κ.λπ.) – σε επίσημο επίπεδο εκ μέρους τόσο της γερμανικής κυβέρνησης όσο και των επιμέρους πολιτικών κομμάτων σταθερή ήταν η καταδίκη του δικτατορικού καθεστώτος και η ξεκάθαρη θέση υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έτσι, όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, στη Γερμανία υπήρξαν αλλεπάλληλες εκδηλώσεις ηθικής και πρακτικής αλληλεγγύης προς τους Έλληνες και μάλιστα η γερμανική κυβέρνηση φρόντιζε να κατανοήσουν οι συντελεστές της πολιτικής αυτής κατάστασης στην Ελλάδα τη σημασία των ενεργειών της.


Η μεταπολίτευση και η πλήρης ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ


Λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέφθηκε τον Μάιο του 1975 τη Βόννη όπου γνώρισε τον καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ. Σε μία κρίσιμη για τη χώρα του ιστορική συγκυρία ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε άμεση οικονομική βοήθεια, προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, καθώς και την προχρηματοδότηση τεσσάρων υποβρυχίων, τα οποία θεωρούσε άμεση προτεραιότητα του εξοπλιστικού προγράμματος της Ελλάδας. Ο Γερμανός καγκελάριος ανταποκρίθηκε στα αιτήματα του Έλληνα πρωθυπουργού. Η Ελλάδα δέχτηκε οικονομική βοήθεια από τη Γερμανία, έλαβε τα πολυπόθητα υποβρύχια, ενώ και η αναλογία της ευρύτερης στρατιωτικής βοήθειας σε Ελλάδα-Τουρκία από τη γερμανική πλευρά έφτασε σε αναλογία 3:5 (με κάποιες αποκλίσεις κατά καιρούς), ιδιαίτερα ευνοϊκή για την Ελλάδα αν αναλογιστεί κανείς την έκταση και τον πληθυσμό των δύο χωρών.
Η πιο σημαντική, όμως, συνεισφορά της Γερμανίας θα ήταν στην πορεία πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετά τον Ιούνιο του 1975. Όταν στις 28 Μαΐου 1979 υπογράφηκε στην Αθήνα η Συνθήκη ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ (η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1981), έντονη ήταν στους ελληνικούς διπλωματικούς κύκλους η άποψη ότι «χωρίς τον Χέλμουτ Σμιτ η Ελλάδα δεν θα γινόταν μέλος της ΕΟΚ». Παρά τις οικονομοτεχνικές δυσκολίες και ενώ η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ θα μεταφραζόταν ασφαλώς σε υψηλότερη γερμανική συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ο τότε ομοσπονδιακός καγκελάριος τάχθηκε για πολιτικούς λόγους υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην Κοινότητα. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι διαπροσωπικές σχέσεις. Η προσωπική σχέση του Καραμανλή με τον Σμιτ (όπως στο παρελθόν με τον Αντενάουερ), ο σεβασμός, η κατανόηση και η φιλία που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους, που επηρεαζόταν θετικά και από τον Γάλλο πρόεδρο Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ήταν στοιχεία καθοριστικά όσον αφορά την τήρηση συγκεκριμένης στάσης εκ μέρους της Γερμανίας.
Οι δύο χώρες θα παρέμεναν στενά συνδεδεμένες στο πλαίσιο της ΕΟΚ και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, παρά την αρνητική εικόνα του Έλληνα πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου σε ευρωπαϊκούς κύκλους και ιδιαίτερα στη Γερμανία, λόγω της ευκολίας με την οποία κατηγορούσε σύμμαχες χώρες για τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Ελλάδας πριν αλλά και μετά την εκλογή του. Εντούτοις, στις δύσκολες ώρες ζητούσε τη συμπαράσταση της Βόννης προκειμένου να αντιμετωπίσει τη διαμάχη με την Τουρκία ή απαιτούσε την οικονομική ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατά τρόπον που συνιστούσε συμπεριφορά προκλητική. Στο κλίμα αυτό γίνεται κατανοητή και η διένεξη μεταξύ Παπανδρέου και Χέλμουτ Κολ – διαδόχου του Σμιτ – σε διάσκεψη κορυφής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στα τέλη του 1984, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να αυξήσει το χρηματικό ποσό ενίσχυσης προβληματικών περιοχών των μεσογειακών χωρών.
Η άσκηση της πολιτικής των κρατικοποιήσεων σε υπερβολικό βαθμό με την ταυτόχρονη ενίσχυση του συστήματος του «ρουσφετιού» οδήγησαν γρήγορα τις δημόσιες επιχειρήσεις σε τέλμα, απομάκρυναν τους ξένους επενδυτές και έφεραν την ελληνική οικονομία στα πρόθυρα της καταστροφής, κατάσταση την οποία επέκρινε ανοιχτά η γερμανική πλευρά. Λίγο μετά τις εκλογές του Ιουνίου 1985 ο γερμανικός Τύπος κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου και για έλλειψη αξιοπιστίας, κάνοντας λόγο για το «Σχέδιο SOS για την οικονομία», το οποίο ανακοίνωσε και που προέβλεπε σκληρά μέτρα αποταμίευσης για να καλυφθούν τα ελλείμματα που είχε δημιουργήσει η οικονομική του πολιτική. Και αυτό ενώ λίγο πριν από την επανεκλογή του υποσχόταν στον ελληνικό λαό «ακόμα καλύτερες μέρες». Πάντως, πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά τα πολλά λάθη τακτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, την περίοδο εκείνη οι Δυτικογερμανοί πολιτικοί αναγκάστηκαν να δώσουν περισσότερη προσοχή στον Βαλκάνιο εταίρο τους και να κατανοήσουν τις ανάγκες του οι οποίες δεν μπορούσαν απλά να καλυφθούν με την παροχή μόνον οικονομικής υποστήριξης.
Από τη μελέτη αρχείων και άλλων πηγών των τελευταίων εξήντα ετών διαπιστώνεται ότι η συνεργασία των δύο χωρών ήταν και είναι ιδιαίτερα στενή. Η Γερμανία υπήρξε διαχρονικά μέχρι σήμερα ο κυριότερος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας, γεγονός που οφείλεται και στον ρόλο της Ελλάδας ως σημαντικού οικονομικού και εμπορικού παράγοντα στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή. Το γεωγραφικό πλεονέκτημα της χώρας, αλλά και ο ρόλος της ως γέφυρα στις αγορές των χωρών του Εύξεινου Πόντου και της Μέσης Ανατολής, σίγουρα ευνόησε τη διμερή συνεργασία κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Από τη Γερμανία προέρχεται μεγάλο μέρος των ξένων επενδύσεων που έχουν γίνει στην Ελλάδα. Προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν προφανώς έργα όπως η κατασκευή του Διεθνούς Αεροδρομίου στα Σπάτα υπό την επίβλεψη γερμανικού ομίλου επιχειρήσεων και επικεφαλής την Ανώνυμη Εταιρεία Hochtief, καθώς και η οργάνωση στην Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που δημιούργησε την ανάγκη και το αυξημένο ενδιαφέρον για την εκτέλεση σημαντικών έργων υποδομής.
Ο ερχομός, εξάλλου, στην Ελλάδα περίπου δύο εκατομμυρίων Γερμανών τουριστών ετησίως τα τελευταία χρόνια – που μάλιστα υπερκάλυπταν κατά τις τελευταίες δεκαετίες με το συνάλλαγμα που άφηναν το έλλειμμα από τις εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα σε Ελλάδα και Γερμανία – αλλά και η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων μεταναστών (Gastarbeiter) στη Γερμανία μετά το 1960, οπότε και υπογράφηκε σχετική διακρατική συμφωνία και καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο, πέρα από την κάλυψη αναγκών των δύο πλευρών, έδωσε την ευκαιρία για μια στενότερη επαφή και συναναστροφή των δύο λαών, επιδρώντας κυρίως θετικά και στις διμερείς σχέσεις. Τέλος, παραδοσιακά στενή ήταν και είναι η διμερής πολιτισμική δραστηριότητα, στην οποία σημαντικό ρόλο παίζουν αρκετά γερμανικά ιδρύματα στην Ελλάδα, όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών το οποίο ιδρύθηκε το 1874, το Ινστιτούτο Γκαίτε και οι Γερμανικές Σχολές Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια μία τάση εξάπλωσης των νεοελληνικών σπουδών στα γερμανικά πανεπιστήμια.
Σήμερα, εν μέσω μίας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που δεν αγγίζει μόνο την Ελλάδα αλλά και τη Γερμανία, είναι προς όφελος και των δύο χωρών και της ίδιας της ευρωπαϊκής οικογένειας οι δύο χώρες να παραμείνουν αλληλέγγυες στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων και στην επίτευξη κοινών στόχων τηρώντας τη μακρόχρονη παράδοση ελληνογερμανικής συνεργασίας και φιλίας.

Πηγές
–Αρχεία: α) Politisches Archiv des Auswärtigen Amtes (PA AA - Πολιτικό Αρχείο του Γερμανικού Υπουργείου των Εξωτερικών) β) Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή (Ίδρυμα Κων. Καραμανλής)
–Τύπος: Καθημερινή, Το Βήμα, Τα Νέα, Athener Zeitung, Der Spiegel, Die Welt, Frankfurter Allgemeine Zeitung.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
–Apostolopoulos, Dimitrios K., «Die griechisch-deutschen Nachkriegsbeziehungen. Historische Hypothek und moralischer» Kredit «– die bilateralen politischen und ökonomischen Beziehungen unter besonderer Berücksichtigung des Zeitraums 1958-1967.» Frankfurt am Main 2004, Peter Lang Verlag.
–Πρακτικά Συνεδρίου: Griechenland und die Bundesrepublik Deutschland im Rahmen Nachkriegseuropas. Institute for Balkan Studies (227), Thessaloniki 1991.
–Σβολόπουλος Κωνσταντίνος (γεν. επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο. Γεγονότα και Κείμενα., 12 τόμοι, Αθήνα 1992-97, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής – Εκδοτική Αθηνών.
–Schmidt, Helmut: Die Deutschen und ihre Nachbarn: Menschen und Mächte II, Siedler Verlag, 1ste Auflage 1990
–Φλάισερ, Χάγκεν, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 2 τόμοι, Αθήνα 1990 & 1995, εκδ. Παπαζήσης.
–Φλάισερ, Χάγκεν, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία, Αθήνα 2008, εκδ. Νεφέλη.

Ο Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι δρ Ιστορίας του Τ. Πανεπιστημίου Βερολίνου, ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας Νεωτέρου Ελληνισμού / Ακαδημίας Αθηνών.

[ Περισσότερα στο τεύχος... ]

Αυγουστος 2010 #506 - 4,50€

 3 ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
του Διονύση Ν. Μουσμούτη
Διαβάστε περισσότερα >>
 6 Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΣΤΟΝ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
του Σωτήρη Ριζά
 14 ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΞΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ
της Φαίδρας Κουτσούκου
 22 ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β΄ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
του Δημήτρη Κ. Αποστολόπουλου
Διαβάστε περισσότερα >>
 34 Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
 της Πόπης Λαζαρίδη
 42 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ. Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
του Ανδρέα Στεργίου
 55 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ
του Βασίλη Λογοθέτη
Διαβάστε περισσότερα >>
 66 ΜΜΕ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
του Διονύση Κ. Μαγκλιβέρα
Διαβάστε περισσότερα >>
 71 ΣΟΜΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ
του Σωτήρη Πετρόπουλου
Διαβάστε περισσότερα >>
 80 ΣΤΡΑΝΤΙΟΤΙ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
της Αμάντας Σκαμάγκα
 90 ΙΣΑΑΚΙΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
 του Κώστα Καρδάμη
 96 Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΒΑΦΑΚΗ
του Γιάννη Ράγκου
 106 ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΔΡΥΪΔΩΝ
του Φίλιππου Φίλιππα
 109 Ο ΣΟΥΗΔΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΟΥΡ ΛΙΝΕΡ
του Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου
 117 Βιβλία και Ιστορία

Στέφανος-Κωνσταντίνος Βούλγαρις (Εισαγωγή, απόδοση στα ελληνικά, σημειώσεις). ΕΚ ΒΟΥΛΓΑΡΕΩΝ.

 Γράφει και επιμελείται ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ


Διαβάστε περισσότερα >>
 ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ
113 Βιβλία και Ιστορία ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
120 Τέχνη και πολιτισμός ΤΟΝΙΑ ΜΑΚΡΑ
122 Θέατρο και Ιστορία ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΡΑΠΑΝΑΚΗ
124 Ιστορία στο Διαδίκτυο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΘΕΝΙΤΗΣ
128 Γιατί το λέμε έτσι; ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΡΙΜΠΑΣ
129 Το Σταυρόλεξο του 21ου αιώνα ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΘΕΝΙΤΗΣ
ΠΑΠΥΡΟΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε
Πανεπιστημίου 46, Αθήνα, 106 78
Τηλ.: 210 3611880
info@istoria.gr - letters@istoria.gr
Παρουσίαση εκδήλωσης
Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος - Σχεδίαση απο την Webstart - Web hosting απο την Cityhost