Περιοδικό Ιστορία
Κι όμως, όμορφα… Ένα βιβλίο για την τζαζ
Κι όμως, όμορφα... Ένας μάλλον ιδιόρρυθμος τίτλος για ένα βιβλίο που υπερβαίνει τις συνήθεις ...
Ιστορία Εικονογραφημένη
Ηλεκτρονικό κατάστημα Πάπυρος Online

58 ΑΘΗΝΑ – ΣΠΑΡΤΗ

ΑΘΗΝΑ – ΣΠΑΡΤΗ
Η κοινωνική δομή των δύο «μεγάλων δυνάμεων» της ελληνικής αρχαιότητας
του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΗΛ. ΚΑΝΤΖΙΝΟΥ


Οι δύο μεγάλες ανταγωνίστριες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, η Αθήνα και η Σπάρτη, παρουσίαζαν σημαντικές διαφορές ως προς την κοινωνική δομή του πληθυσμού τους. Εντούτοις, η κοινή συνισταμένη τους ήταν η προσπάθεια περιφρούρησης της ομοιογένειας των γηγενών πολιτών οι οποίοι αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο του κοινωνικοπολιτικού ιστού τους. Πέραν τούτων, όμως, η οικονομική και η πολιτιστική ανάπτυξη των πόλεων αυτών δεν θα είχε επέλθει δίχως τη διαβίωση των μη γηγενών (ελευθέρων και δούλων) εντός των εδαφικών ορίων τους. Μάλιστα, ορισμένοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι «η πόλις των πολιτών» δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως τις ομάδες αυτές. Στο παρόν άρθρο περιγράφονται συνοπτικά οι πληθυσμιακές ομάδες των αρχαίων πόλεων της Αθήνας και της Σπάρτης καθώς επίσης και ο ρόλος τους τόσο στην παραγωγή πρωτογενών αγαθών όσο και γενικότερα στην ανάπτυξη της οικονομίας τους.
Οι πληθυσμιακές
ομάδες της Αθήνας
Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ της Αθήνας (και γενικότερα ολόκληρης της Αττικής) αποτελείτο από τρεις ομάδες: τους πολίτες, τους μέτοικους και τους δούλους. Οι πολίτες, με βάση το αγροτικό τους εισόδημα, διαχωρίζονταν σε τέσσερεις κοινωνικές τάξεις οι οποίες ήταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, οι ιππείς ή τριακοσιομέδιμνοι, οι ζευγίτες ή διακοσιομέδιμνοι και οι θήτες.1 Στην τάξη των πεντακοσιομέδιμνων ανήκε όποιος Αθηναίος συγκέντρωνε από τα κτήματά του 500 μεδίμνους ή μετρητές ετησίως, ενώ στους ιππείς, όποιος κέρδιζε 300 μεδίμνους ή μετρητές. Στην τάξη των ζευγιτών συγκαταλεγόταν κάθε πολίτης του οποίου το ετήσιο εισόδημα έφθανε τους 200 μεδίμνους ή μετρητές. Οι θήτες απαρτίζονταν από ελεύθερους Αθηναίους οι οποίοι συγκέντρωναν ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο των 200 μεδίμνων ή μετρητών. Επίσης, στην τελευταία κατηγορία ανήκαν οι άκληροι και οι  μισθωτοί.
Κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. τα μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης είχαν τη δυνατότητα να εκλεγούν στο αξίωμα του άρχοντα και του στρατιωτικού διοικητή. Οι τριακοσιομέδιμνοι είχαν το δικαίωμα εκλογής στα μεσαία πολιτικά αξιώματα και υπηρετούσαν στον στρατό ως ιππείς (εξ ου και η ονομασία της κοινωνικής τάξης τους). Οι ζευγίτες μπορούσαν να εκλεγούν στα κατώτερα πολιτικά αξιώματα και τέλος οι θήτες είχαν τη δυνατότητα συμμετοχής στην Εκκλησία του Δήμου, ενώ υπηρετούσαν στον στρατό ως ψιλοί (ελαφρά οπλισμένοι). Τον 5ο αιώνα π.Χ., όμως, άπαντες οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να ανέλθουν ακόμα και στα υψηλότερα πολιτειακά αξιώματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελεύθεροι γηγενείς Αθηναίοι, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της πόλης τους, ονομάζονταν αστοί. Συνήθως, σε αυτούς είχαν αφαιρεθεί (προσωρινά ή μόνιμα) τα πολιτικά δικαιώματα για κάποιο σοβαρό αδίκημα το οποίο είχαν διαπράξει (π.χ. προδοσία, λιποταξία κ.λπ.). Επιπλέον, υπό ειδικές μόνον συνθήκες, η ιδιότητα του πολίτη απονέμετο σε ορισμένους μέτοικους ή ξένους, οι οποίοι ονομάζονταν «ποιητοί πολίται». Τέλος, οι ελεύθερες Αθηναίες γυναίκες δεν είχαν κανένα από τα δικαιώματα του πολίτη και ανήκαν στην κατηγορία των αστών.
Οι προϋποθέσεις για να γίνει κάποιος πολίτης ήταν, σε γενικές γραμμές, οι εξής: α) και οι δύο γονείς του να ήταν ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες, β) να έχει στην ιδιοκτησία του ακίνητη περιουσία η οποία βρισκόταν εντός των ορίων της Αττικής και γ) να έχει πολιτικά δικαιώματα. Η αυστηρή τήρηση αυτών των νόμων εφαρμόσθηκε από το 451 π.Χ., κατόπιν σχετικού ψηφίσματος της Εκκλησίας του Δήμου (ύστερα από πρόταση του Περικλή). Ως εκ τούτου, η ιδιότητα του πολίτη αποτέλεσε ένα προνόμιο για λίγους. Αξίζει να σημειωθεί ότι έως τότε εάν ο πατέρας ήταν πολίτης και η μητέρα ξένη τα τέκνα τους θεωρούνταν νόμιμα και ονομάζονταν μητρόξενοι. Η συνένωση Αθηναίων με Ευβοείς, όμως, αποτέλεσε τη μοναδική αναγνώριση μεικτών γάμων ως νομίμων, λόγω των παραδοσιακά καλών σχέσεων μεταξύ των δύο πόλεων (τέλη 5ου αιώνα π.Χ.). Γενικώς, η γέννηση από Αθηναίους πολίτες ήταν η κύρια οδός πρόσβασης στην πολιτική κοινότητα. Τα τέκνα που προέρχονταν από άλλη σχέση θεωρούνταν μη νόμιμα (νόθα), δεν αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη και δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά.
Οι πολίτες της Αθήνας είχαν πλήρη πολιτικά προνόμια και απόλυτη δικαιοπρακτική ικανότητα. Ειδικότερα, αυτοί ήταν οι μόνοι οι οποίοι μπορούσαν να κατέχουν και να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία (δικαίωμα έγκτησις). Επίσης, ήταν απαλλαγμένοι από κάθε άμεσο φόρο και είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στα πολιτικά και στα θεσμικά πολιτειακά όργανα (Εκκλησία του Δήμου, Βουλή, Ηλιαία και σώμα των αρχόντων). Αξίζει να σημειωθεί ότι απεριόριστη δικαιοπρακτική ικανότητα απολάμβαναν μόνον οι ενήλικοι άρρενες πολίτες, ενώ οι γυναίκες, οι ανήλικοι και οι διανοητικώς καθυστερημένοι δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή. Γενικότερα, οι πολίτες είχαν το δικαίωμα του άρχειν και του άρχεσθαι. Εξέλεγαν τους άρχοντές τους, αποφάσιζαν για ειρήνη ή πόλεμο και για οτιδήποτε άλλο αφορούσε την πόλη. Επιπλέον, η έννοια του πολίτη ήταν ταυτισμένη με την ιδιότητα του οπλίτη (τουλάχιστον έως τον 5ο αιώνα π.Χ.). Όλοι τους όφειλαν να συμμετέχουν στις επίσημες θρησκευτικές τελετές της πόλης τους, αφού η πολιτική ζωή ήταν άμεσα συνδεδεμένη με αυτές.
Οι πολίτες ήταν η πιο ομοιογενής πληθυσμιακή ομάδα της Αθήνας. Αυτοί απέφευγαν τις χειρωνακτικές εργασίες, δίχως να σημαίνει ότι όλοι ήταν εύποροι, και ασχολούνταν κυρίως με την πολιτική. Μάλιστα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους τη συμμετοχή στα θεσμικά πολιτειακά όργανα της Αθήνας. Τέλος, κατά την περίοδο της μεγιστης ισχύος της Αθήνας, δηλαδή τον 5ο αιώνα π.Χ., οι πολίτες ανέρχονταν στους 40.000 άνδρες, ενώ μαζί με τις οικογένειές τους (τις γυναίκες και τα ανήλικα τέκνα) αριθμούσαν περί τους 100.000-130.000.
Η δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα της Αθήνας περιελάμβανε όλους τους μη γηγενείς αλλά ελεύθερους κατοίκους της Αττικής. Αυτοί ονομάζονταν μέτοικοι και ως επί το πλείστον ήταν ελληνικής καταγωγής (συνήθως από τα νησιά του Αιγαίου, τη Μικρά Ασία, τη Θράκη, τη Μεγάλη Ελλάδα κ.α.) και είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα για βιοποριστικούς κυρίως λόγους. Μάλιστα η καταγωγή τους επιβεβαιώνεται από την ανακάλυψη ιερών αφιερωμένων σε θεότητες θρακικής και μικρασιατικής καταγωγής (π.χ. της Κυβέλης και του Άδωνη). Ασφαλώς, όμως, υπήρχαν και μέτοικοι οι οποίοι κατάγονταν από ξένες χώρες (π.χ. από περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, τη Λυδία, τη Φρυγία κ.α.) και αποκαλούνταν «βάρβαροι».
Τα προνόμια των μετοίκων ήταν αρκετά και το ίδιο το αθηναϊκό κράτος επιθυμούσε την προσέλευση και την παραμονή τους στην αττική γη, επειδή απεκόμιζε μεγάλα οικονομικά οφέλη από αυτούς. Ειδικότερα, οι μη Αθηναίοι είχαν το δικαίωμα της μόνιμης ή της προσωρινής εγκατάστασης στην πόλη. Μπορούσαν να αποκτήσουν κινητή περιουσία και δούλους αλλά τους απαγορευόταν η κατοχή και η ιδιοκτησία ακινήτων (γης και οικίας) εντός των ορίων της πόλης. Επιπλέον είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν μέρος σε ορισμένες αθηναϊκές θρησκευτικές τελετές, οι οποίες είχαν λάβει πανελλήνιο χαρακτήρα (π.χ. τα Ελευσίνια Μυστήρια). Γενικότερα, όμως, η μη ευρεία συμμετοχή τους δικαιολογείται διττά: αφ’ ενός, επειδή οι θρησκευτικές τελετές ήταν συνδεδεμένες με την ιδιότητα του πολίτη και αφ’ ετέρου, επειδή αυτοί παρέμεναν πιστοί στη λατρεία των δικών τους θεών. Εντούτοις, η αθηναϊκή πολιτεία παραχωρούσε κατ’ εξαίρεση ορισμένα από τα προνόμια των πολιτών σε μέτοικους, οι οποίοι θεωρείτο ότι είχαν ευεργετήσει την πόλη.
Οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί των μετοίκων προς την αθηναϊκή πολιτεία ήταν κυρίως οικονομικής και πολιτικής φύσεως. Αυτοί έπρεπε να εγγράφονται σε ειδικούς καταλόγους του δήμου στον οποίο ανήκαν και να πληρώνουν ορισμένους άμεσους φόρους (π.χ. τον μετοίκιο, τα ξενικά κ.ά.). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φόροι αυτοί δεν ήταν ιδιαιτέρως υψηλοί αλλά επιβάλλονταν για να καταδεικνύουν τη διαφορά μεταξύ των πολιτών και των μετοίκων. Επίσης, οι τελευταίοι απαγορευόταν να ασκήσουν ή να ανέλθουν σε κάποιο ανώτερο δημόσιο λειτούργημα ή αξίωμα, ενώ έπρεπε να έχουν έναν πολίτη ως «προστάτη» που θα τους εκπροσωπούσε στις νομικές υποθέσεις. Επιπλέον οι μέτοικοι μπορούσαν να υπηρετούν ως οπλίτες στον αθηναϊκό στρατό και ως ερέτες (κωπηλάτες) στο ναυτικό αλλά αποκλείονταν από το σώμα του ιππικού. Τέλος, απαγορεύονταν οι επιγαμίες των μετοίκων με οποιονδήποτε Αθηναίο πολίτη. Ένας μέτοικος εάν παρενέβαινε κάποιον εκ των ανωτέρω νόμων θα περιερχόταν σε κατάσταση δουλείας.
Οι μέτοικοι ήταν μία ανομοιογενής πληθυσμιακή ομάδα των Αθηνών. Αυτοί αποτελούσαν το 10% περίπου του συνολικού πληθυσμού ή αλλιώς το 25% των ελευθέρων κατοίκων της πόλης. Περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ο αριθμός τους (συμπεριλαμβανομένων των μελών των οικογενειών τους) υπολογιζόταν στους 25.000-35.000. Τέλος, αυτοί συνήθως εγκαθίσταντο στην περιοχή του Πειραιά, το σημαντικότερο κέντρο οικονομικής δραστηριότητας στην Αττική.
Στην Αθήνα οι περισσότεροι μέτοικοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο, τη βιοτεχνία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης ορισμένοι εξ αυτών, κυρίως οι μη Έλληνες, ήταν τεχνίτες (π.χ. αγγειοπλάστες), ενώ ένας μικρός αριθμός μετοίκων ασχολείτο με τη γεωργία, μισθώνοντας ιδιωτικά κτήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί απαγορευόταν να ενοικιάσουν κρατικά ακίνητα, ιερά κτήματα και να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία ορφανών ή επικλήρων κορών.
Η συμβολή των μετοίκων στην οικονομική ζωή της Αθήνας ήταν υψίστης σημασίας. Οι βιοτεχνίες τους τροφοδοτούσαν με προϊόντα την αθηναϊκή κοινωνία. Οι εμπορικές δραστηριότητές τους και οι επιβαλλόμενοι έμμεσοι φόροι υπήρξαν μία σημαντική πηγή εσόδων για τα κρατικά ταμεία. Επιπλέον, οι χορηγίες (είδος έμμεσου φόρου), τις οποίες αναλάμβαναν και οι εύποροι μέτοικοι, η εισαγωγή αγαθών απ’ όλον τον τότε γνωστό κόσμο και οι εξαγωγές προϊόντων κυρίως προς τις αθηναϊκές αποικίες, ήταν μερικές από τις σημαντικότερες και πλέον επωφελείς για την πόλη δραστηριότητές τους. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ φυσικό οι ίδιοι οι Αθηναίοι να επιδιώκουν την εγκατάσταση όσο το δυνατόν περισσοτέρων μετοίκων στην πόλη τους.
Οι δούλοι ήταν η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα της Αθήνας (περί τους 120.000-150.000), αποτελώντας το 48-60% του συνολικού πληθυσμού της πόλης. Συνήθως ήταν αιχμάλωτοι πολέμου ή «εμπορεύματα εισαγωγής» από τη Θράκη, τη Φρυγία, τη Σκυθία, τη Συρία, την Αρμενία και γενικότερα από τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου με τις οποίες οι ελληνικές πόλεις διατηρούσαν καλές εμπορικές σχέσεις.
Στην Αθήνα η ευρεία χρήση δούλων οφειλόταν κυρίως στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των ελευθέρων κατοίκων της πόλης και στις αυξημένες ανάγκες για φθηνό εργατικό δυναμικό. Επίσης η επιθυμία αλλά ταυτοχρόνως και η υποχρέωση των Αθηναίων για ενασχόληση με τα κοινά τούς ανάγκασε να περιορίσουν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους (κυρίως τις χειρωνακτικές), τις οποίες επωμίστηκαν οι δούλοι.
Αυτοί δεν είχαν κανένα ιδιοκτησιακό, νομικό ή πολιτικό δικαίωμα. Ανήκαν στο δημόσιο ή σε ιδιώτες οι οποίοι μπορούσαν να τους εκμισθώσουν σε τρίτους. Μολαταύτα, οι ιδιοκτήτες δούλων αν και είχαν απόλυτη εξουσία πάνω σε αυτούς και στην οικογένειά τους απαγορευόταν να τους κακομεταχειρίζονται. Οι δούλοι ασχολούνταν με όλων των ειδών τις εργασίες, αναλόγως των προσόντων τους. Ως εκ τούτου, η ποιότητα της ζωής ενός δούλου εξαρτάτο από τις γνώσεις, την καταγωγή και το είδος της εργασίας του. Ειδικότερα, όσοι ανήκαν στις κατηγορίες των δημοσίων και των χωρίς οικούντων δούλων θεωρούνταν οι πλέον ευνοημένοι μη ελεύθεροι πολίτες της Αθήνας. Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε όσους δούλους προσέφεραν υπηρεσίες στον δήμο και πληρώνονταν από το δημόσιο ταμείο. Στη δεύτερη κατηγορία, συγκαταλέγονταν όσοι δούλοι εργάζονταν σε δικές τους επιχειρήσεις (ή ως ελεύθεροι επαγγελματίες, τρόπον τινά) αλλά απέδιδαν ένα προκαθορισμένο ποσό των εσόδων τους στον ιδιοκτήτη τους ενώ το υπόλοιπο το κρατούσαν για τον εαυτό τους. Επίσης στην αθηναϊκή κοινωνία υπήρχαν οι οικιακοί δούλοι (υπηρέτες) και τα ανδράποδα μισθοφορούντα που εργάζονταν ως ερέτες ή μεταλλωρύχοι. Ειδικότερα, όσον αφορά τους τελευταίους, ο κύριός τους εισέπραττε την ημερήσια αμοιβή ενώ ο εργοδότης τους αναλάμβανε την υποχρέωση της διατροφής τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία κατηγορία δούλων ήταν η πιο υποβαθμισμένη. Εντούτοις, όλοι οι μη ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να αποκτήσουν την ελευθερία τους, υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις (π.χ. λόγω της γενναιοδωρίας των κυρίων τους, της προσφοράς εξαιρετικών υπηρεσιών στο κράτος κ.ά.).
Οι δούλοι στην Αθήνα εργάζονταν συνήθως στις μεγάλες βιοτεχνίες οι οποίες ανήκαν κατά κύριο λόγο σε μέτοικους. Ουσιαστικά αυτοί συμπλήρωναν το εργατικό δυναμικό της πόλης ή ακόμη καλύτερα υποκαθιστούσαν στην εργασία τους πολίτες ούτως ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να ασχολούνται με τα κοινά. Η χρήση των δούλων, λοιπόν, ήταν μία αναγκαιότητα και όχι πολυτέλεια για τους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν ως σκοπό της ζωής τους το «ευ ζην». Τοιουτοτρόπως, οι κύριοί τους δεν δεσμεύονταν από υλικούς καταναγκασμούς και μπορούσαν να ασχοληθούν απερίσπαστοι με τις υποχρεώσεις τους ως πολίτες. Μία ακόμη κατηγορία δούλων απασχολείτο με τις οικονομικές συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνταν μεταξύ όλων των επαγγελματικών κλάδων της εποχής. Δεν είναι λίγες, όμως, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι ελεύθεροι πολίτες (κυρίως οι θήτες), μέτοικοι και δούλοι εργάζονταν δίπλα δίπλα (π.χ. στην κατασκευή ενός δημοσίου έργου). Τέλος, πολλοί από αυτούς απασχολούνταν σε βιοτεχνίες, αγροκτήματα και καταστήματα, βοηθώντας τα αφεντικά-ιδιοκτήτες τους. Αναμφισβήτητα η προσφορά αυτής της πληθυσμιακής ομάδας στην παραγωγική διαδικασία της Αθήνας ήταν πάρα πολύ σημαντική αφού εκτόπισαν τους ελεύθερους εργάτες και εξελίχθηκαν σε ένα νέο είδος οικονομικής δύναμης.
Ο αριθμός των μη ελευθέρων πολιτών, οι οποίοι διαβιούσαν στην αρχαία Αθήνα, είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί από τους σύγχρονους ερευνητές διότι έχουν διασωθεί μόνον δύο σχετικές αναφορές οι οποίες εμφανίζουν μεγάλη απόκλιση μεταξύ τους. Η μία είναι του Θουκυδίδη σύμφωνα με τον οποίο 20.000 δούλοι από την Αθήνα λιποτάκτησαν όταν οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν τη Δεκέλεια (413 π.Χ.). Η δεύτερη είναι του Αθήναιου ο οποίος έγραψε ότι 400.000 δούλοι ήταν εγκατεστημένοι στην Αττική. Εντούτοις, οι περισσότεροι ερευνητές εκτιμούν ότι 100.000 περίπου δούλοι θα έπρεπε να διαβιούσαν στην Αττική, κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.
Η τελευταία μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα στην Αθήνα ήταν οι γυναίκες. Αυτές καταγράφονταν μόνον στους καταλόγους της φρατρίας2 και γι’ αυτόν τον λόγο δεν απολάμβαναν τα περισσότερα από τα δικαιώματα του Αθηναίου πολίτη. Ειδικότερα οι γυναίκες δεν είχαν καμία δικαιοπρακτική ικανότητα και κανένα δικαίωμα κατοχής κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Αυτές συμμετείχαν μόνον σε ορισμένες θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές. Ασχολούνταν κατά βάση με τα οικιακά, κυρίως με την ύφανση του μαλλιού. Επίσης αυτές βοηθούσαν τους συζύγους τους στις αγροτικές εργασίες, στην οικογενειακή βιοτεχνία ή στο εργαστήριό τους, εάν δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν δούλους. Μία ιδιαίτερη κατηγορία γυναικών ήταν οι επίκληροι. Αυτές ήταν οι Αθηναίες θυγατέρες οι οποίες κληρονομούσαν τον κλήρο του πατέρα τους όταν δεν είχαν αδελφούς ή ανιψιούς. Ωστόσο η ίδια η επίκληρος δεν μπορούσε να διεκδικήσει την κληρονομιά. Αυτό μπορούσε να το κάνει μόνον ο εγγύτερος συγγενής της (ο αγχιστεύς) από το γένος του πατέρα της, ο οποίος, όμως, θα δεχόταν να τη νυμφευθεί. Η ανήλικη επίκληρος κόρη έπρεπε να παντρευτεί όταν συμπλήρωνε το 14ο έτος της ηλικίας της. Αυτή, όμως, εάν ήταν ενήλικη και νυμφευμένη μπορούσε να παραιτηθεί από την αξίωσή της ως προς την πατρική κληρονομιά. Ειδάλλως θα έπρεπε να χωρίσει τον σύζυγό της και να νυμφευθεί τον αγχιστέα. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία η επίκληρος είχε ήδη αποκτήσει αρσενικό τέκνο μπορούσε να αποδεχθεί την κληρονομιά της όταν αυτό θα ενηλικιωνόταν. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχοι νόμοι ίσχυαν και σε άλλες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, όπως στην Κρήτη (πατρωιώκος κόρη) και στη Σπάρτη (πατρούχος) αλλά σε αυτές τις περιοχές οι ορφανές θυγατέρες κληρονομούσαν απευθείας τον κλήρο του πατέρα τους.

[ Περισσότερα στο τεύχος... ]

Ιούλιος 2010 #505 - 4,50€

 3 ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
 του Διονύση Ν. Μουσμούτη
Διαβάστε περισσότερα >>
 6 ΜΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑΚΑ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΗ
του Νίκια Λούντζη
 14 ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
του Γιάννη Πανούση
Διαβάστε περισσότερα >>
 20 Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
του Ανδρέα Κούκου
 27 Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΩΣ ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
του Νίκου Κ. Κουρκουμέλη
 38 ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ: ΕΝΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
του Κώστα Χατζηαντωνίου
 48 ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
του Σπυρίδωνος Γ. Πλουμίδη
 58 ΑΘΗΝΑ – ΣΠΑΡΤΗ
του Ελευθερίου Ηλ. Καντζίνου
Διαβάστε περισσότερα >>
 68 Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
του Xρήστου Δ. Λάζου
 79 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ «ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ» (1905-1951)
του Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου
 94 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΤΑΛΗΣ (1908-1957). ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
του Ανδρέα Στεργίου
Διαβάστε περισσότερα >>
 103 Ο Γ. Μ. ΚΑΛΒΟΚΟΡΕΣΗΣ (1816-1872) ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΗΠΑ
του Κυριάκου Ντελόπουλου
 108 ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΟΥΓΙΟΥΛ
του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη
Διαβάστε περισσότερα >>
 113 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Μέρος Β΄)
του Φίλιππου Φίλιππα
 119 Βιβλία και Ιστορία

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΥΡΟ

 Γράφει και επιμελείται ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ


Διαβάστε περισσότερα >>
 ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ
116 Βιβλία και Ιστορία ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
120 Τέχνη και πολιτισμός ΤΟΝΙΑ ΜΑΚΡΑ
122 Θέατρο και Ιστορία ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΡΑΠΑΝΑΚΗ
124 Ιστορία στο Διαδίκτυο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΘΕΝΙΤΗΣ
128 Γιατί το λέμε έτσι;  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΡΙΜΠΑΣ
ΠΑΠΥΡΟΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε
Πανεπιστημίου 46, Αθήνα, 106 78
Τηλ.: 210 3611880
info@istoria.gr - letters@istoria.gr
Παρουσίαση εκδήλωσης
Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος - Σχεδίαση απο την Webstart - Web hosting απο την Cityhost